Η υπαίθρια αυτή αγορά, μοναδική στο είδος της στη Θεσσαλονίκη, λειτουργεί σαν άτυπο αρχείο της πόλης. Κάθε παλαιοπωλείο εξειδικεύεται σε διαφορετικές δεκαετίες, σε διαφορετικές υλικότητες και ιστορίες, ενώ πίσω από τους πάγκους στέκονται άνθρωποι που δεν εμπορεύονται απλώς αντικείμενα, αλλά γνώση, εμπειρία και μνήμη. Κάπως έτσι, ένα μικρό αντικείμενο μπορεί να ανοίξει μια ολόκληρη αφήγηση — αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία να «μιλήσει».
Η σφυρίχτρα ηχεί εκκωφαντικά, τρυπώντας τον ατμό των τρένων και σκεπάζοντας τους βιαστικούς βηματισμούς. Τα βαγόνια αδειάζουν και γεμίζουν ξανά. Στην αποβάθρα, όσοι κοντοστέκονται κοιτούν ανυπόμονα πότε γύρω τους, πότε τον καρπό τους. Η αναχώρηση ζυγώνει· ο σταθμάρχης καλεί προς επιβίβαση, η σφυρίχτρα ακούγεται για τελευταία φορά.
Ο ήχος της, όμως, δεν γεμίζει κάποιον μεγάλο σταθμό — παρά μόνο μια γωνιά του Μπιτ Παζάρ. Το λείο, χρυσαφένιο μέταλλό της επιστρέφει στη γυάλινη προθήκη, ανάμεσα σε φυσαρμόνικες και πυξίδες, διαλύοντας το νοητό ταξίδι. Στο μικρό παλαιοπωλείο του Αλέκου, στην οδό Τοσίτσα, απομένει πια μόνο ο ρυθμικός χτύπος των ρολογιών στους τοίχους.
Ο Δημήτρης Φετώκης, τρίτη γενιά παλαιοπώλης, μιλά για το Μπιτ Παζάρ.
Ο Αλέξανδρος Φετώκης είναι ένας εκ των τριών αδελφών που κληρονόμησε την οικογενειακή αγάπη για το παλιό. Το μαγαζί του πατέρα τους, Γιάννη, στεκόταν δυο βήματα παρακάτω μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα. Ο Αλέξανδρος μπήκε πρώτος στη δουλειά και ακολούθησαν τα αδέλφια του, Βασίλης και Δημήτρης, που διατηρούν επίσης παλαιοπωλείο στη γειτονιά.
«Αν ερχόσουν καμία ώρα νωρίτερα θα με έβλεπες να μαστορεύω κάτι μινιατούρες αμαξάκια», μας λέει. Από μικρός του άρεσε να καταπιάνεται με μηχανισμούς, με τη συναρμολόγηση και την αποσυναρμολόγηση, με μαστόρεμα και πειράματα. Το μαγαζί του είναι γεμάτο μικροαντικείμενα και αντίκες — κλουαζονέ αυγουλάκια, ζωγραφισμένες πορσελάνες, κουρδιστές φιγούρες που χορεύουν. «Τα έχω νταλγκά τα μικρά!».
Λίγο πιο κάτω, στον αριθμό 5, βρίσκεται εδώ και τριάντα χρόνια το παλαιοπωλείο του αδελφού του Δημήτρη. Πίσω από την τζαμαρία, περίτεχνα ασημικά στραφταλίζουν παρέα με κρύσταλλα, φαγιανς και οπαλίνες. Ειδικεύεται σε αντίκες, αντικείμενα άνω των 80 ετών.
«Η πείρα της αξιολόγησης έρχεται και με τα χρόνια. Αυτά όμως που έχω μέσα στο μαγαζί μου τα κατέχω καλά», λέει. Τα παλαιότερα χρονολογούνται στην προεπαναστατική περίοδο: χειροποίητα γιαταγάνια και σκαλιστά κοσμήματα που κάποτε στόλιζαν παραδοσιακές φορεσιές ξαπλώνουν τώρα στις βιτρίνες.
«Τρίτη γενιά εμείς, θα δείξει αν θα ακολουθήσει η επόμενη. Τα παιδιά κοιτάνε να κάνουν δουλειές πιο πρόσφορες για την εποχή. Άλλωστε η δουλειά μας απαιτεί γνώσεις, πρέπει να γνωρίζεις τα αντικείμενα σου».
Η Θεσσαλονίκη απέκτησε το δικό της marché aux puces ή παζάρι της «ψείρας» (puces=ψείρα στα γαλλικά, μπιτ=ψείρα στα τούρκικα) πριν από περίπου έναν αιώνα. Οι πρώτοι που εμπορεύτηκαν εδώ τη μεταχειρισμένη πραμάτεια τους ήταν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που έφτασαν τη δεκαετία του ’20.
Το 1928 συστήνεται ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Προσφύγων Παλαιοπωλών, ο οποίος αναλαμβάνει να ανεγείρει την υπαίθρια αγορά που αντέχει ακόμα στο χρόνο. Το κτιριακό συγκρότημα του Μπιτ Παζάρ, ένα από τα λίγα αρχιτεκτονικά μνημεία της προσφυγικής περιόδου, χαρακτηρίστηκε διατηρητέο το 2016, όπως και η ίδια η λειτουργία των παλαιοπωλείων, η ζωντανή του κληρονομιά.
Καθισμένος πίσω από ένα στιβαρό γραφείο ο Οτάρι Σπυρίδης προσπαθεί να απαριθμήσει τα κάθε λογής αντικείμενα που τον περικυκλώνουν. Καθηγητής Ιστορίας, έφτασε στη Θεσσαλονίκη το 1991 από την πρώην ΕΣΣΔ και άνοιξε το παλαιοπωλείο του στην Τοσίτσα το 2013. Ξεκίνησε με πετρώματα και απολιθώματα, και ακολούθησαν βιβλία και άλλα συλλεκτικά αντικείμενα. Πίσω του ένα καράβι. Μια συλλεκτική ρέπλικα ενός μοντελου του 1486, προστατευμένη σε μια γυάλινη κασετίνα. Ταξίδεψε μαζί του από τη Μόσχα: «Είναι το μοναδικό αντικείμενο που δεν είναι προς πώληση».
Σε μια γωνία δίπλα στην κεντρική είσοδο της αγοράς, ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων, συναντάμε την ευγενική φυσιογνωμία του Λεωνίδα Φιλίππου. Ήταν ανέκαθεν συλλέκτης ελληνικών προεπαναστατικών βιβλίων και λαϊκής τέχνης. Την τελευταία περίπου δεκαετία βρίσκεται στο Μπιτ Παζάρ. Από τα ράφια ανασύρει ένα ιζολάριο, νησολόγιο του 1545. «Ενηλικιώθηκα με μια γενιά συλλεκτών που δυστυχώς δεν αναπληρώθηκε», λέει.
Η ταυτότητα του παλαιοπώλη συχνά συνοδεύεται από αυτή του συλλέκτη. Όχι πως πρέπει να είσαι συλλέκτης για να σε φέρει ο δρόμος σου εδώ. «Άλλος θέλει να κάνει ένα δώρο, να φτιάξει μια βιτρίνα, ένα σκηνικό για μια παράσταση. Είναι διάφοροι οι λόγοι που θα φέρουν τον κόσμο σε μας», αναφέρει ο Θάνος Αβραμίδης, παλαιοπώλης με ειδίκευση στα φιλοτελικά είδη.
Είναι δύσκολο να μην σταματήσεις, ακόμα και περαστικός, να χαζέψεις τα φορτωμένα τραπεζάκια στους πεζοδρόμους. Στις καρτ ποστάλ πάντα θα βρεις να διαβάσεις εξομολογήσεις κάθε λογής, εντυπώσεις από ταξίδια, τρυφερούς ή μονότονους χαιρετισμούς.
Πολλά νέα παιδιά περνούν ώρες ψαχουλεύοντας, λένε οι παλαιοπώλες, συνήθως όμως χωρίς να καταλήγουν σε αγορά.
Στον αριθμό 9 συναντάμε τον Παναγιώτη Κοτίδη, που βρίσκεται εδώ από το 1989. Η αγορά βιώνει ραγδαία συρρίκνωση, όπως μας λέει: «Μέσα σε μια δεκαετία από 45 καταστήματα μείναμε 25».
Παλαιότερα ασχολούνταν κυρίως με αναπαλαιώσεις επίπλων, πλέον δουλεύει μόνο με μικρότερα αντικείμενα. «Βιβλία, CDs, τα μικρά φεύγουν πιο εύκολα. Οι συλλέκτες εξαφανίστηκαν, ενώ πολλοί έρχονται στην αγορά και ξεπουλάνε τις συλλογές τους».
Κάποτε, τη «χρυσή δεκαετία του ’90», βρισκόταν στο κατάστημα από το πρωί έως το βράδυ: «Έφτανε το εμπόρευμα και δεν προλάβαινε να μπει στο μαγαζί. Έκαναν ουρές!».
Πριν από δύο περίπου χρόνια συστάθηκε ο Σύλλογος Ιδιοκτητών και Εκμεταλλευτών Μπιτ Παζάρ με στόχο την ανάπλαση της αγοράς. Τα εναπομείναντα παλαιοπωλεία στέκονται σαν πολύχρωμες εστίες ανάμεσα στα αλλεπάλληλα κατεβασμένα ρολά, διαλύουν το πέπλο σιωπής που έχει απλωθεί στο μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς.
Παρότι τα βράδια οι φοιτητές γεμίζουν τις ταβέρνες που στεγάζονται στις στοές του, το Μπιτ Παζάρ, ως ιστορικό στοιχείο και κομμάτι του κοινωνικού ιστού της πόλης, μοιάζει να αναζητά τη δική του θέση στη σύγχρονη εκδοχή της.