Μια αρνητική πλάκα από τον 19ο αιώνα με την υπογραφή του Δημητρίου Κωνσταντίνου, του δεύτερου καταγεγραμμένου φωτογράφου στην ιστορία της ελληνικής φωτογραφικής τέχνης, είναι ένα από τα σπάνια αντικείμενα της συλλογής του Μουσείου Φωτογραφίας Δήμου Καλαμαριάς «Χρήστος Καλεμκερής».
Το υπερπολύτιμο, όπως το χαρακτηρίζει η μουσειολόγος Καλλιόπη Βαλτοπούλου, τεκμήριο του 1870, μαζί με φωτογραφίες του 1850 από τον πρώτο Έλληνα φωτογράφο, Φίλιππο Μαργαρίτη (1810-1892), είναι τα παλαιότερα ντοκουμέντα που βρίσκονται στο Μουσείο, το οποίο φυλάσσει επίσης φωτογραφίες του 1875 του τρίτου Έλληνα φωτογράφου, Πέτρου Μωραϊτη (1832-1888).
Η αρνητική πλάκα (19ος αιώνας) του Δημητρίου Κωνσταντίνου, του δεύτερου καταγεγραμμένου φωτογράφου στην ιστορία της ελληνικής φωτογραφικής τέχνης, είναι ένα από τα σπάνια τεκμήρια της συλλογής που άφησε στην Καλαμαριά ο Χρήστος Καλεμκερής.
Ο εμπνευστής και ιδρυτής του Μουσείου, Χρήστος Καλεμκερής, είχε δώσει όλο το ποσό που κέρδισε σε ένα λαϊκό λαχείο για να αποκτήσει την πλάκα. «Έτσι όπως το κέρδισε, αγόρασε το λεύκωμα του Κωνσταντίνου» θυμάται ο γιος του, Παύλος.
«Πες του, βρε Πόπη, να έρθει στο σπίτι, έχουμε τραπέζι!», θυμάται η κ. Βαλτοπούλου να της λέει η σύζυγος του Χρήστου Καλεμκερή ανήμερα των Χριστουγέννων και της ονομαστικής εορτής του, ενώ εκείνος περνούσε ατελείωτες ώρες στο γραφείο του προσπαθώντας να συνθέσει εικόνα-εικόνα τα ιστορικά γεγονότα.
Ο Χρήστος Καλεμκερής (1930-2019) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από Μικρασιάτες γονείς. Ξεκίνησε ως ζαχαροπλάστης, αργότερα εργάστηκε στην κλωστοϋφαντουργία και μετά στις κατασκευές.
Ο Καλεμκερής ήταν ο πρώτος συλλέκτης που ανέδειξε μέσα από συστηματική καταγραφή και αρχειοθέτηση επαγγελματίες φωτογράφους, Έλληνες και ξένους, που εργάστηκαν στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα.
Το πάθος του συλλέκτη άρχισε να γεννιέται και να φουντώνει παράλληλα με την εργασία του. Στην αρχή γραμματόσημα, στη συνέχεια ιστορικές φωτογραφίες, σε μια εποχή που η πώλησή τους μέσω οίκων δεν είχε ακόμα ανθίσει στην Ευρώπη.
Από τη δεκαετία του 1970 και μετά αναζητούσε συστηματικά στους οίκους δημοπρασιών της Ευρώπης, «χτυπώντας» τις φωτογραφίες που πίστευε ότι διαφημίζουν την Ελλάδα παγκοσμίως, και ήθελε να τις επαναπατρίσει.
«Όποια ώρα κι αν ξυπνούσα, έβγαινα ή επέστρεφα στο σπίτι, εκείνος ήταν στο γραφείο του, ανάμεσα σε ντάνες από φωτογραφίες, αναρίθμητα άλμπουμ και ιστορικά βιβλία» θυμάται ο Παύλος:
«Ήταν τρομερός διαπραγματευτής. Έκανε αμίμητα παζάρια. Με το που έπαιρνε κάτι που ήθελε, ερχόταν στο σπίτι κατακόκκινος από χαρά σαν μικρό παιδί και άρχιζε να αναζητά την οικονομική και την ιστορική αξία του, καθώς και τη συνοχή του με κάτι άλλο που είχε ή έπρεπε να αποκτήσει».
Η συνοχή είχε μεγάλη σημασία για εκείνον, καθώς αφιέρωσε τη ζωή του να δημιουργεί θεματικές συλλογές, π.χ. για την ιστορία της Ελλάδας, καρτ ποστάλ, πορτρέτα και ελληνική τοπιογραφία. Έφτιαχνε τις θεματικές του συγκεντρώνοντας διάσπαρτες φωτογραφίες που είχε βρει από μικρά παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι μέχρι οίκους δημοπρασιών στην Ελβετία. Όπως συνήθιζε να λέει, «μέλημά μου είναι να ολοκληρώνω το παζλ».
Πρωτοπόρος σε πολλά θέματα, αντιλήφθηκε από τους πρώτους ότι δεν υπήρχε στην Ελλάδα η αποτύπωση της ιστορίας των φωτογράφων ανά περιοχή και ήταν ο πρώτος συλλέκτης που έκανε κάτι τέτοιο, αναδεικνύοντας μέσα από συστηματική καταγραφή και αρχειοθέτηση επαγγελματίες φωτογράφους, Έλληνες και ξένους, που εργάστηκαν στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι Φίλιππος Μαργαρίτης, Δημήτριος Κωνσταντίνου και Πέτρος Μωραΐτης. Ομοίως, έφτιαξε την ιστορία των σιδηροδρόμων της Ελλάδας, με την «Εγκυκλοπαίδεια των Ελληνικών Σιδηροδρόμων και Τροχιοδρόμων» , η οποία αποτελείται από έξι εκδόσεις και το 2006 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας των Αθηνών.
Το 2001 ο Χρήστος Καλεμκερής δώρισε τη συλλογή του στον Δήμο Καλαμαριάς. Ήταν γέννημα-θρέμμα Καλαμαριώτης, «παρόλο που την εποχή εκείνη δεχόταν πιέσεις να στεγαστεί η συλλογή του στον Δήμο Θεσσαλονίκης», όπως θυμάται ο γιος του.
Μέρος του αρχείου αγοράστηκε από τον Δήμο ως ένδειξη τιμής στο πρόσωπό του, ενώ για τον ίδιο λόγο το Μουσείο φέρει το όνομά του και ο ίδιος βραβεύτηκε από τον δήμο ως Μέγας Δωρητής.
Η συλλογή είναι προσβάσιμη στο κοινό κυρίως μέσω εκθέσεων και εκδόσεων, ενώ επιλεγμένες φωτογραφίες δημοσιεύονται στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα του Μουσείου και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οι κεντρικοί πυλώνες του Μουσείου είναι η καλλιτεχνική και ιστορική φωτογραφία, η τέχνη της φωτογραφίας και οι φωτογράφοι.
Ωστόσο, το όραμα του Χρήστου Καλεμκερή ήταν να αναδειχθεί στο ευρύ κοινό το πλούσιο υλικό που έχει συλλέξει. Γι’ αυτόν τον λόγο και δεν αρκέστηκε να χαρακτηριστεί «Αρχείο Καλεμκερή», αλλά επέμεινε στο «Μουσείο Χρήστος Καλεμκερής».
Δεν το είδε όμως ποτέ να παίρνει σάρκα και οστά όσο ζούσε.
«Είμαστε Μουσείο, αλλά δεν έχουμε Μουσείο» δηλώνει ο νυν πρόεδρος Παύλος Καλεμκερής, εξηγώντας ότι πλέον και για τον ίδιο η στέγαση του Μουσείου αποτελεί αυτοσκοπό.
Κατά τον ίδιο, η ανάγκη μόνιμης εκθεσιακής έδρας για το Μουσείο Φωτογραφίας Καλαμαριάς «Χρήστος Καλεμκερής» δεν αποτελεί πλέον ζήτημα επιθυμίας ή αναγνώρισης.
«Είναι ζήτημα εθνικής ευθύνης. Με τη στήριξη της δημοτικής διοίκησης, ο θησαυρός αυτός μπορεί να αποδοθεί επιτέλους στην κοινωνία και να φωτίσει τις επόμενες γενιές της πατρίδας μας και ολόκληρου του ελληνισμού ανά τον κόσμο, επαναπροσδιορίζοντας την Καλαμαριά ως σπάνιο πολιτιστικό και τουριστικό πόλο στον χάρτη της Ελλάδας».
Η δήμαρχος Καλαμαριάς Χρύσα Αράπογλου το χαρακτηρίζει «ανεκτίμητο πολιτιστικό θησαυρό για την πόλη μας και ένα σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη… ένα σπουδαίο εργαλείο γνώσης, έρευνας και πολιτιστικής εξωστρέφειας για την Καλαμαριά, που πρέπει να αποκτήσει ταυτότητα, συνδέοντας την ιστορική της μνήμη με το μέλλον».
Μέχρι να εκπληρωθεί το όραμα αυτό, εκθέσεις στεγάζονται σε διάφορους χώρους. Η πιο πρόσφατη στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού «THESSALONIKI AI – Εικον(ιστ)ικές Πραγματικότητες», με εικόνες της Θεσσαλονίκης από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα να αποκτούν χρώμα, κίνηση και ζωή με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης.