Ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν είναι μόνο ο τροβαδούρος εκδρομέας του ’60 με τον οποίο συνταξιδεύουμε πάνω από μισό αιώνα, ο τραγουδοποιός που μας μεγάλωσε και μας συγκίνησε με τα μουσικά του ανοίγματα και την υιοθέτηση των δικών μας οραμάτων, ή μας απογοήτευσε με τις ιδεολογικές ασυνέπειες, όπως τον πλάσαμε στη φαντασία μας. Είναι πάνω απ’ όλα ο σύγχρονος καταγραφέας της Θεσσαλονίκης. Στα τραγούδια του εμπεριέχει και διασώζει χώρους, υπαρκτά και χαμένα πρόσωπα, ιδεολογίες εποχής στη δεκαετία του ’60, άφαντους σήμερα τόπους, μια νοσταλγική τοπογραφία της μεταπολεμικής πόλης, την προσωπογραφία όχι μόνο της δικής του παρέας, αλλά και άλλων που σχετίζονται με την πόλη, κάνοντάς τους εκπροσώπους μιας γενιάς που χάθηκε στην τύρβη και τις αλλαγές των καιρών.
Ο Σαββόπουλος είναι ο διορατικός χρονικογράφος της πόλης του, που μετατρέπει το οικείο και προσωπικό σε κοινωνικό και συλλογικό. Αυτή, άλλωστε, είναι και η μοίρα των δημιουργών όταν μετατρέπουν τους απλούς χώρους σε ξεχωριστούς τόπους μιας περιοχής ή της χώρας και τους προσωπικούς τους φίλους σε εκπροσώπους μιας γενιάς και μιας εποχής.
Πάνω απ’ όλα, ο Σαββόπουλος είναι ο εραστής και νοσταλγός της γενέτειράς του, που τη λάτρεψε, την ύμνησε, την έκανε τραγούδι με πανελλήνια εμβέλεια. Είναι η υπόγεια διαδρομή μιας γενιάς με σεσημασμένη πορεία, από την πολεμική νηπιακή ηλικία με τα παιδικά τραύματα ως τους αγώνες για την ειρήνη και τη δημοκρατία, τις εκρήξεις και τις αναδιπλώσεις, τους έρωτες και τις απογοητεύσεις. Είναι —και είμαστε— «Εμείς του ’60 οι εκδρομείς…».
…απόμακροι εξαρχής
εκτός παραδομένου κόσμου εμείς
ανήλικοι διαρκώς
μα κι απ’ το καθεστώς
αμόλυντοι ευτυχώς
…
Χρονιές με αίμα και γροθιές
και χούντες κι Ιουλιανές
και της μεταπολίτευσης φωνές
αυτού του συρφετού
του δημοκρατικού
του νέου εγωισμού.
«Το κούρεμα», 1989
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 86 (Δεκέμβριος 2023) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Πράγματι, η γενιά του Σαββόπουλου, η γενιά μου, δοκιμάστηκε στη βάσανο των Ιουλιανών, του 114, δηλαδή των αγώνων για τη διατήρηση της Δημοκρατίας, όταν επιχειρήθηκε η φίμωσή της το 1965 από το δεξιό και βασιλικό παρακράτος. Διαδήλωσε για την Κύπρο και την αναβάθμιση της Παιδείας. Συντάχτηκε με τη Νεολαία Λαμπράκη και το ειρηνιστικό κίνημα. Δοκίμασε τις δημοκρατικές και ανθρώπινες αντοχές στα μπουντρούμια της χούντας, αλλά και το στυφό ιδεολογικό ψεύτισμα της μεταπολίτευσης.
Η δεκαετία, όμως, του 1960 είναι αυτή που τον σφράγισε, που μας σφράγισε, που αναφέρεται περισσότερο στα τραγούδια του Σαββόπουλου· είναι οι τόποι, οι δάσκαλοι, οι συμμαθητές, οι απλοί άνθρωποι. Είναι η χαμένη Θεσσαλονίκη μιας περασμένης νοσταλγικής και ερωτικής εποχής.
Ο ύμνος του Σαββόπουλου για την πόλη του είναι το «Γεννήθηκα στη Σαλονίκη». Είναι ένα βιογραφικό και τοπογραφικό τραγούδι που περιέχει ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη, με πλούσιες αναφορές στη ζωή του και τη γενέθλια πόλη.
Δεκέμβρης του ’44
με μια μοτοσυκλέτα του ΕΛΑΣ
η μάνα μου ετοιμόγεννη
γυρίζει ο θανατάς
να η μαμή, ανασηκώνει το μανίκι
έτσι γεννήθηκα στη Σαλονίκη.
Από τα χώματα και με το αεράκι
βλέπει το τραμ να έρχεται γραμμή
είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι
στέκει ο Τσιτσάνης μ’ ένα μικρό βιολί.
«Η ρεζέρβα», 1979
Με τον ύμνο αυτό ο Σαββόπουλος επιστρέφει νοσταλγικά στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου έφυγε με το Φορτηγό, την πρώτη δισκογραφική δουλειά που άνοιξε πρωτοπόρους νεοκυματικούς δρόμους στο ελληνικό τραγούδι. Όλες οι παιδικές εικόνες ξανάρχονται στο μυαλό. «Το τραμ να έρχεται γραμμή» στη θορυβώδη οδό Βασιλίσσης Όλγας, στη λεωφόρο της γειτονιάς του. Η σκαλωμαρία στη γραμμή Ντεπό – Πλατεία Ελευθερίας, μια ήρεμη εικόνα με το τραμ, που, αν και ξηλώθηκε βίαια το 1957 για λόγους συμφέροντος μιας ομάδας αυτοκινητιστών, δε λέει να ξεχαστεί από τη μνήμη της πόλης.
Όπως και τα ξύλινα καΐκια με πανιά που έδεναν στην παλιά παραλία, στη λαμπερή προκυμαία. Όπως η διέλευση της μπάντας του Παπάφειου Ορφανοτροφείου που τη βλέπαμε σε διάφορες εκδηλώσεις και παρελάσεις. Και να η μνήμη του μεγάλου βάρδου: «Ο Τσιτσάνης με ένα μικρό βιολί» να ξαναπαίζει στο ουζερί του, της οδού Παύλου Μελά, στο «Καλαμάκι» στο Καραμπουρνάκι και στου «Μακρίδη» στου Χαριλάου. Η μουσική μνήμη και οι ήχοι των τραγουδιών του σκεπάζουν ακόμη την πόλη.
Όμως δεν ήταν μόνο η καθαρότητα του περιβάλλοντος και η ομορφιά της Θεσσαλονίκης με τα ωραία αρχοντικά της —που μόλις τότε άρχιζαν να κατεδαφίζονται από τη νοσηρή αντιπαροχή— και να χτίζονται πολυκατοικίες. Ήταν διάχυτη και η πνευματικότητα: «Να δω τους ποιητές πρόλαβα εγώ». Πράγματι, εκείνη τη μεταπολεμική περίοδο ήταν εν ζωή και στη λογοτεχνική ακμή τους οι μεγάλοι ποιητές της Θεσσαλονίκης: ο Γιώργος Βαφόπουλος, ο Γιώργος Θέμελης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Κλείτος Κύρου, ο Πάνος Θασίτης, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Συναναστρεφόταν με όλους, έπαιρνε από όλους —ήταν ανοιχτοί και δοτικοί— και αυτή η ποιητική αύρα τους αποτυπώθηκε στα ποιήματα-τραγούδια του Σαββόπουλου.
Μια ανοιχτή εγκυκλοπαίδεια με πρόσωπα και τόπους της Θεσσαλονίκης είναι το «Τσάμικο», όπου τα πολλά ονόματα του τραγουδιού δεν είναι απλή παράθεση για τις τραγουδιστικές ανάγκες, αλλά τίτλοι-λινκ που έχουν συναισθηματική σύνδεση με τον τραγουδοποιό και ερμηνευτή. Πέρα από τα πανελλήνια ονόματα της μοναξιάς και τα μοναχικά τοπωνύμια «της Ελλάδας που αντιστέκεται», τα περισσότερα είναι ονόματα, δρόμοι και πλατείες που έχουν βιωματική σχέση με τον Σαββόπουλο.
Ζήτω η Ελλάδα
και κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό
Ελασσόνα, Λειβαδιά, Μελβούρνη…
Κώστας, Κώστας, Μανώλης, Πέτρος,
Γιάννης, Τάκης
πλατεία Ναυαρίνου
Διοικητηρίου και Εξαρχείων
Αλέκος, Βασίλης, Άγγελος
Μπιζανίου και Αναλήψεως
25ης Μαρτίου.
Η Ελλάδα που αντιστέκεται
η Ελλάδα που επιμένει
κι όποιος δεν καταλαβαίνει
δεν ξέρει πού πατά
και πού πηγαίνει.
«Τραπεζάκια έξω», 1983
Από το μακρύ ονοματολόγιο θα περιοριστούμε στους δρόμους και τις παρέες που σφράγισαν τον Διονύση. Μπιζανίου και Αναλήψεως, Αγίας Τριάδας, 25ης Μαρτίου — οι οικείες περιοχές του. Τα παιδικά του χρόνια ο Διονύσης τα πέρασε στην οδό Ιατρού Ζάννα, έναν μικρό δρόμο στην περιοχή Μπότσαρη. Στα χρόνια που πήγαινε στο Γυμνάσιο η οικογένεια μετακόμισε σε άλλο σπίτι, στην οδό Μπιζανίου, απ’ όπου έφυγε το 1963 για την Αθήνα.
«Η Ιατρού Ζάννα», θυμάται ο γείτονάς του Δημήτρης Σαλπιστής, «δεχόταν πρώτη αυτή τα κύματα των ψαράδων με τις τάβλες στο κεφάλι που ξεχύνονταν στην πόλη από τη διπλανή Σαλαμίνα, είτε από τους εμπόρους της ιχθυόσκαλας, είτε από τις διαλογές της τράτας στον διπλανό ιστιοπλοϊκό όμιλο. Και τα βράδια του καλοκαιριού ανηφόριζαν τη Ζάννα οι ήχοι του μπουζουκιού από τις ταβέρνες της Σαλαμίνας, το τραγούδι του Τσιτσάνη, των Στελλάκη-Βαγγελάκη, του Μανώλη Χιώτη και της Μαίρης Λίντα, ανάμεσα από τις φωνές μικροπωλητών με τα μαντζούνια, τα χειροποίητα παγωτά, τα φουρφούρια για τα παιδιά, το αξέχαστο σάμαλι, της γριάς το μαλλί».
Απέναντι από την εκκλησία της Ανάληψης ήταν το περίφημο Ε΄ Γυμνάσιο, το παραδοσιακό κτήριο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας, όπου πήγαινε γυμνάσιο ο Διονύσης, πριν μεταφερθεί στο νέο διδακτήριο της οδού Κριεζιώτου, στην αρχή της οδού Ανθέων. Είχε συμμαθητές τον Μπάμπη Καλλιπολίτη, τον μπασκετμπολίστα του Άρη Γιώργο Τσιτούρα, τον Άγγελο Ραζή, τον καθηγητή Γιώργο Βέλτσο. Ο ευρύτερος πυρήνας της θεσσαλονικιώτικης παρέας του ήταν ο ζωγράφος Γιάννης Ζήκας, οι δικηγόροι Τάκης Σιμώτας, Μάκης Τρικούκης και Μπάμπης Καλλιπολίτης με τον αδερφό του Βασίλη (εκδότη), ο δημοσιογράφος Κώστας Ιορδανίδης, ο εκδότης Θέμης Μπανούσης, ο τραγουδιστής Νίκος Παπάζογλου, ο συγγραφέας Θέμης Λιβεριάδης, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Πέτρος Δήτσας, ο Δημήτρης Πανάγος — στέλεχος του αντιδικτατορικού αγώνα, για τον οποίο έγραψε ένα τραγούδι και το ερμήνευσε συγκινητικά στη συγκέντρωση μνήμης του πρόωρα χαμένου φίλου στο Βαφοπούλειο τον Ιούλιο του 1996.
Τα φοιτητικά και ιδεολογικά στέκια: το καφενείο Ντορέ (το σημερινό Ντορέ-Ζύθος) απέναντι από τον Λευκό Πύργο, το καφενείο Μέλισσα στην οδό Βογατσικού, το γαλακτοπωλείο Κεφίρ στη Διαγώνιο (όπου στεγάστηκε για χρόνια το φωτογραφείο Νικολέρη), η χορτοφαγία Γκιγκιλίνης στη γωνία Τσιμισκή με Χρυσοστόμου Σμύρνης — σήμερα εμπορικά καταστήματα.
Άλλο ένα τραγούδι του Σαββόπουλου που απηχεί το ερωτικό κλίμα της Θεσσαλονίκης στη δεκαετία του ’60 είναι το «Φιλημένη μες στους κινηματογράφους».
Φιλημένη μες στους κινηματογράφους
και στοιχειωμένη από καιρό στα φιλμ του πάθους
σε τόσους ίσκιους και καπνό που ’χει καθίσει.
Αυτό το πλάσμα πες μου πώς να σ’ αγαπήσει.
Γι’ αυτό θα σκύψω, να μπω κι εγώ στον Άδη,
να την ξυπνήσω μ’ ένα φιλί το βράδυ
στα Χίλια Δέντρα θα την ξαναφιλήσω
την θέλω τόσο και θα την φέρω πίσω.
«Μην πετάξεις τίποτα», 1994
Συνήθως, το πρώτο ερωτικό φιλί της εφηβείας παίρνονταν στις σκοτεινές αίθουσες των κινηματογράφων, όπου οι θαμώνες τότε σχημάτιζαν ουρές για να δουν μια ταινία. Αυτό το ερωτικό άγγιγμα γινόταν πιο συναρπαστικό στο μυροβόλο περιβάλλον του θερινού κινηματογράφου — κι ήταν πολλοί εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη. Μόνο στην περιοχή κατοικίας του Διονύση, κατά μήκος της ανατολικής ακτής του Θερμαϊκού, από το Φάληρο ως το Καραμπουρνάκι, μετρούσες τα θερινά σινεμά Φάληρο, Ολύμπια, Κορωνίς, Ποσειδώνας, Κρόνος, Ντωβίλ.
Όμως, για τους περισσότερους ερωτευμένους της εποχής, καταφύγιο μυστικών ερώτων και αναχωρητών ήταν το δάσος του Σέιχ Σου, τα Χίλια Δέντρα —όπως μετονομάστηκε από τον ποιητή Γιώργο Βαφόπουλο— στην πηγή με «το νερό του Σεΐχη», γύρω από το σημερινό Θέατρο Δάσους. «Το Σέιχ Σου ήταν κατάλληλο για το απόγευμα, νωρίς το βράδυ, ακόμη και για τα πρωινά, σε έρωτες σφοδρούς και απελπισμένους, που βγάζουν από τον κοινό ρυθμό τους ανθρώπους», γράφει με μοναδική αισθαντικότητα ο Γιώργος Ιωάννου. «Τα παρθελικά άβγαλτα σώματα εκεί να δίνουν τα φιλιά και τους όρκους τους, κι ύστερα, αν κάτι δεν πήγαινε καλά στη σχέση τους, να περιφέρονται εδώ και να θρηνούν».
Από τα άλλα τοπωνύμια του τραγουδιού μόνο η αγορά Μοδιάνο κράτησε περισσότερο στον χρόνο, αν και με την τελευταία ανακαίνισή της απώλεσε την πατίνα του παλιού καιρού και της παραδοσιακής μορφής της. Η περιοχή της Σαλαμίνας —τότε ανοιχτή ακόμη θάλασσα— όπου βρισκόταν η ιχθυόσκαλα της πόλης, οι ταβέρνες και τα περίφημα λαϊκά κέντρα διασκέδασης, καθώς και το Μπέχτσιναρ δυτικά του λιμανιού, έχουν επιχωματωθεί· όπως επιχωματώθηκε και στη μνήμη το νεανικό κλαμπ Αριγκάτο, στο Καραμπουρνάκι — άλλο ένα ερωτικό στέκι της νεολαίας του ’60.
Στο επόμενο τραγούδι «Η θανάσιμη μουσική του Αλέξη Ασλάνη» αναφέρεται στον θεσσαλονικιό ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, με τον οποίο ο Σαββόπουλος είχε στενή φιλική σχέση.
Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω,
Αλέξη, πες μου αν με θυμάσαι
το καλοκαίρι έχει τελειώσει
από καιρό έχει τελειώσει, τι ζητάς;
Στην παραλία τα καφενεία είναι κλειστά
κι η θάλασσα βρώμικη και σάπια.
Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω,
Αλέξη, πες μου με τι λόγια να σ’ το πω
τα ορφανά μου που κρυώνουνε
μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό.
Πού ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει
όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
στο διάδρομο είχα δει έναν νεκρό
οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία
βιαστικά μας οδηγούν στα χειρουργεία.
«Δέκα χρόνια κομμάτια», 1975
Δημόσια, σε μια εκδήλωση μιλώντας για τον Μίκη Θεοδωράκη, ο Σαββόπουλος είπε πως το 1962 πήγαν να τον ακούσουν σε συναυλία στο (χαμένο σήμερα) θέατρο δίπλα στο Βασιλικό, στο Ακροπόλ, με τον ποιητή Αλέξη Ασλάνογλου. «Σε όλη τη διάλεξη έγινε ξινός ο Αλέξης. Τον ξέρετε τον Ασλάνογλου. Ένιωθε αμήχανα μέσα στις μαζικές εκδηλώσεις και πάντα υποψιαζόταν εξωκαλλιτεχνικά, όπως έλεγε, κίνητρα. Ήμουν τρελός με τον Μίκη. Πήρα αυτόγραφο κι έφυγα συγχυσμένος, γιατί δεν είπα αυτά που ήθελα να πω. Και επιπλέον τσαντίστηκε και ο Ασλάνογλου και μου ’κοψε και την καλημέρα». Αυτά έλεγε ο Διονύσης για τον ευαίσθητο ποιητή, που τον έχει επηρεάσει με τον λυρισμό του και με την αγάπη των πραγμάτων και των προσώπων που τον περιέβαλλαν.
Στο ίδιο τραγούδι κάνει το μνημόσυνο ενός αδικοχαμένου φίλου του — «Πού ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει». Είναι θλιβερή αναφορά στον φίλο του Άλκη Σαχίνη, από τα παιδιά της παρέας του Διονύση, φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής στο Αριστοτέλειο, που πέθανε πολύ νέος από λευχαιμία. Τον θυμάμαι σαν τώρα: ήταν όμορφος, με ωραίο παράστημα, με πλούσια μαύρα μαλλιά και εκφραστικό χαμόγελο. Θυμάμαι τη θλίψη που σκέπασε τα στέκια και τις φοιτητικές παρέες της εποχής όταν πέθανε.
Το μαύρο σκηνικό συμπληρώνεται με τη μεταπολεμική κοινωνική κρίση και την αρχιτεκτονική φθορά της πόλης. «Στην παραλία τα καφενεία είναι κλειστά και η θάλασσα βρώμικη και σάπια». Ήδη η βρώμα του Θερμαϊκού, όπου χύνονταν τότε ελεύθερα τα αστικά λύματα, είχε κάνει την εμφάνισή της και τα παραδοσιακά καφενεία της προκυμαίας —Νέον, Ποσειδώνας, Αστόρια— έχαναν τους παλιούς θαμώνες τους.
Ευτυχώς, το επόμενο τραγούδι, «Καλοκαίρι», μεταφέρει τη γλύκα και την ατμόσφαιρα του ήρεμου ζεστού καλοκαιριού της Θεσσαλονίκης: τα μέγαρα με τις λευκές τέντες που τις ταλαντεύει το αγέρι, οι καρέκλες της προκυμαίας, οι πετονιές μες στο πανέρι για ψάρεμα στις άσωτες παραλίες του Θερμαϊκού. Παιδικές μνήμες από το πατρικό σπίτι με τους χρυσαφί ανεμιστήρες στην οροφή με τις γύψινες διακοσμήσεις, τις απογευματινές επισκέψεις στη βεράντα και τα κεράσματα με τον δίσκο και τη βανίλια-υποβρύχιο, τα άσωτα παιχνίδια στις ανοιχτές αλάνες με τη φέτα καρπουζιού στο χέρι, τις μισόκλειστες γρίλιες στα ξύλινα παντζούρια των ψηλοτάβανων σπιτιών — άμυνα στην καλοκαιριάτικη λαύρα.
Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
τη βανίλια με τον δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μας προτομής μες στο πανέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη.
«Το κούρεμα», 1989
Παιδικές μνήμες μιας παλιάς πρωτομαγιάς αναβιώνουν στο «Πρωτομαγιά». Ο Σαββόπουλος, μέσα από το παρόν, κοιτά «τα ίδια μέρη τρυφερά», αν και η αναδρομή αυτή, στον πολιτικό-ιδεολογικό χώρο, καταλήγει στην εκδοχή πως «όλες οι γραμμές στραβωθήκαν κι αποτύχαν ευτυχώς». Και τι δεν βλέπει σ’ αυτήν τη νοσταλγική περιδιάβαση στο παρελθόν.
Ο κόσμος μπροστά με άνθινα στεφάνια που ξεχυνόταν από την Αγίου Δημητρίου και την Εγνατία προς την Παραλία και την Τσιμισκή. Τα άλογα του καρουζέλ στην ιχθυόσκαλα της Σαλαμίνας δίπλα στο μπουζουξίδικο Φλοίσβος, όπου παίζει ο «ασπροντυμένος μπουζουξής», ο Βασίλης Τσιτσάνης. Πάλι οι ονειρικές αναδρομές στην πόλη των παιδικών του χρόνων —των νεανικών μας βιωμάτων— που μας ακολουθούν.
Όλες οι γραμμές μας στραβωθήκαν κι αποτύχαν
ευτυχώς
το νιώθω απόλυτα καθώς
από το πίσω κάθισμα κοιτώ τα ίδια μέρη
τρυφερά
με τα φανάρια μου σβηστά.
…
Μέσα από τη ζέστα του σφαγείου
και με στεφάνια δροσερά
θ’ ανταμωθούμε μια τρελή πρωτομαγιά
και το πλυμένο σώμα πίσω από τα λουλούδια θα ενωθεί
σαν ζαλιστούμε από των χορών μας το κρασί.
«Τραπεζάκια έξω», 1983
Η θάλασσα, οι ημερήσιες εκδρομές με τα καραβάκια στις ακτές του Θερμαϊκού στέκονται αφορμές για έμπνευση. Αυτά τα θαλασσινά βιώματα καταγράφονται στο «Μια θάλασσα μικρή» και στη «Θαλασσογραφία». Για το δεύτερο θυμάται ο φίλος του, ο δικηγόρος Μάκης Τρικούκης: «Τότε στις πλαζ της Περαίας, του Μπαξέ Τσιφλίκι και της Αγίας Τριάδας ο κόσμος πήγαινε συνήθως με τα βαποράκια που έκαναν τη γραμμή, τη “Λευκή”, την “Ευδοκία” και άλλα. Τα καλοκαίρια κάναμε τέτοιες εκδρομές. Φεύγαμε το πρωί και γυρνούσαμε το βράδυ. Μπάνιο, νεανικές τρέλες και συζήτηση. Γυρίζοντας από μια τέτοια εκδρομή, το βράδυ με το βαποράκι, ο Διονύσης μας έπαιξε τη “Θαλασσογραφία”».
Να μας πάρεις μακριά
Να μας πας στα πέρα μέρη
Φύσα θάλασσα πλατιά
Φύσα αγέρι, φύσα αγέρι.
«Το περιβόλι του τρελού», 1969
Στο «Μην πετάξεις τίποτα» ο Σαββόπουλος κάνει ταμείο ζωής:
Πάνω από τριάντα χρόνια λόγια ηχογραφώ
ήμουν νέο κύμα ένα καιρό.
Πόθησα τον κόσμο σαν μικρό παιδί.
Κάθε του αναγνώριση για μένα ήταν γιορτή.
Μα όπως μεγαλώνουμε κι όμορφα παλιώνουμε
θα ’θελα η καρδιά μου να κριθεί
από τους δασκάλους μας
μικρούς μας και μεγάλους μας
όσους προπαντός έχουν για πάντα κοιμηθεί.
«Μην πετάξεις τίποτα», 1994
Ένας τέτοιος δάσκαλος ήταν ο φιλόλογος καθηγητής του στο Ε΄ Γυμνάσιο, Δημήτρης Βαφειάδης. «Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος που διαμόρφωνε ψυχές — για να μην πω ότι έφτιαχνε μυαλά», λένε συμμαθητές του Διονύση για τον καθηγητή που καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία, σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και υπήρξε βοηθός του μεγάλου παιδαγωγού Αλέξανδρου Δελμούζου, καθηγητή στο ίδιο πνευματικό ίδρυμα. Ο λαμπρός αυτός δάσκαλος έδωσε το πνευματικό υπόβαθρο στους μαθητές του να γίνουν ανήσυχα πνεύματα και να συμμετέχουν στις ιδεολογικές διεργασίες της εποχής. Αυτό το αναγνωρίζει βαθύτατα ο Διονύσης και, σε μια επιστολή του, εξηγούσε γιατί αφιέρωσε το έργο του Αχαρνής στον δάσκαλό του («Στον καθηγητή μου κ. Βαφειάδη, που μ’ έκανε καλόν στα αρχαία Ελληνικά, στον Μάνο Χατζιδάκη και τον Κάρολο Κουν. Στη γενέθλια γη των ονείρων τους»). Του έγραψε, μάλιστα, δικαιολογώντας αυτήν την αφιέρωση: «Μην απορείτε για την αφιέρωσή μου. Μια δουλειά δεν ανήκει μόνο σ’ αυτόν που την υπογράφει, αλλά και σε κείνους που δούλεψαν σ’ αυτήν χωρίς να το πάρουν είδηση — και μάλιστα σε κείνους που εξασφάλισαν τις προϋποθέσεις της».
Ο Διονύσης Σαββόπουλος, όπως είναι φυσικό, με τις ποιητικές αναφορές του έχει ταυτιστεί με τη γενέτειρά του. Αλλά αυτή η παλίνδρομη λατρεία του έχει γίνει ύμνος της πόλης. Στα τραγούδια του χτυπούν ήχοι καρδιάς, ανασταίνονται χώροι που διαβρώνονται από το συναίσθημα, πετούν μνήμες από προσφιλή πρόσωπα. Γι’ αυτό πάντα γυρίζει στους γενέθλιους χώρους, τους παιδικούς φίλους, τις παλιές παρέες, τη μάνα Θεσσαλονίκη. Τα τραγούδια του, με τον δικό τους ποιοτικό στίχο, δεν προώθησαν μόνο το νεοελληνικό τραγούδι· κράτησαν ζωντανή στη συλλογική μνήμη την πόλη του, με τα νοσταλγικά βιώματα και τις φωτεινές εικόνες της. Γι’ αυτό επιστρέφει ξανά και ξανά, μέσα από τα τραγούδια του, στη γενέθλια πόλη. Αν και…
Πέρασαν για πάντα
οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες,
οι κραυγές —
γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.
*Τα αποσπάσματα των τραγουδιών είναι από τον συγκεντρωτικό τόμο: Διονύσης Σαββόπουλος, Η σούμα, 1963-2003, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 2003. Στο τέλος κάθε τραγουδιού αναγράφεται ο τίτλος του δίσκου στον οποίο περιέχεται.
*Οι αναφορές προέρχονται από το βιβλίο του Κώστα Μπλιάτκα, Διονύσης Σαββόπουλος, Υπόγεια διαδρομή, εκδ. Ιανός. Τον ευχαριστώ θερμά για τη βοήθειά του και ιδιαίτερα για την εικονογράφηση του κειμένου με φωτογραφίες του Διονύση από το αρχείο του.