Ήταν αρχές Αυγούστου όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στο Σπίτι του Φύλακα της Αλυκής, έπειτα από την προτροπή ενός φίλου. «Εκεί θα ανακαλύψεις την αυγουστιάτικη γοητεία της πόλης» μου είχε πει.
Με κάποια αμφιβολία για το αν θα το έβρισκε το GPS, πληκτρολόγησα «Σπίτι του Φύλακα της Αλυκής». Η πινέζα εμφανίστηκε σε ένα σημείο δίπλα στη θάλασσα, στο Αγγελοχώρι, ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Ακολουθώντας τις οδηγίες της ηλεκτρονικής φωνής, κατέληξα να παρκάρω σε μια αλάνα, που μου φάνηκε σαν η μέση του πουθενά. Από εκεί, παρασύρθηκα από τους ανθρώπους που κατευθύνονταν, εξοπλισμένοι με καρεκλάκια παραλίας, προς ένα αμμουδερό μονοπάτι.
Τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος έβαφαν ουρανό και θάλασσα με αποχρώσεις του κόκκινου, προϊδεάζοντας ατμοσφαιρικά για τη συνέχεια. Τα 300 μέτρα μέχρι το μικρό πέτρινο σπίτι έμοιαζαν με παραμυθένια διαφυγή από την ασφυκτική καθημερινότητα της πόλης. Στα δεξιά, η θάλασσα κυμάτιζε ελαφρά από τα σποραδικά αεράκια του Αυγούστου. Στα αριστερά, τα νερά στέκονταν στις «θερμάστρες» και τα «τηγάνια», χώρους προεργασίας του αλατιού δίπλα στη λιμνοθάλασσα. Ένας πολύτιμος υγρότοπος κι ένα ειδυλλιακό τοπίο.
Μια μικρή ξύλινη γέφυρα οδηγεί στα τελευταία βήματα πριν από το σπίτι, που στέκει αγέρωχο στο ίδιο σημείο εδώ και περίπου 75 χρόνια. Η ατμόσφαιρα μεθυστική: οι ήχοι από τα τζιτζίκια και το κλάμα τσακαλιών αναμιγνύονται με το άνοιγμα από μπύρες και τους φελλούς που ξεσφινώνονταν από τα κρασιά, μέχρι που επισκιάστηκαν από τις πρώτες μελωδίες με τον Κώστα Μαγγίνα στην κιθάρα και τον Φίλιππο Κωσταβέλη στα πλήκτρα να πειραματίζονται σε ρυθμούς από Bob Dylan και PJ Harvey.
Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως είχα βρεθεί σε έναν χώρο διαφορετικό. Έκτοτε επέστρεψα άλλες πέντε φορές σε αυτήν την πολιτισμική πέρλα, απολαμβάνοντας μουσικές βραδιές κάτω από το φεγγαρόφωτο.
Το Σπίτι του Φύλακα της Αλυκής χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’50 από την εταιρία των Ελληνικών Αλυκών για να στεγάσει τον άνθρωπο που, όπως προδίδει και το όνομα, θα φύλασσε τους λόφους αλατιού. Για περίπου τρεις δεκαετίες το σπίτι κατοικήθηκε από τον πρώτο του φύλακα, Πέτρο Βασιλό, και την οικογένειά του. Τον διαδέχθηκαν κι άλλοι φύλακες, μέχρι που η παρουσία τους έπαψε να θεωρείται αναγκαία.
Η Δέσποινα Κανελλή, διευθύντρια του Μουσείου Άλατος Μεσολογγίου, μου εξήγησε πως αυτό πιθανότατα συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν έληξε το κρατικό μονοπώλιο στο αλάτι. Το μονοπώλιο είχε επιβληθεί το 1897, μετά την πτώχευση επί Χαριλάου Τρικούπη, όταν το αλάτι μετατράπηκε σε πολύτιμο αγαθό και αντικείμενο κλοπής σε περιόδους φτώχειας. Η λήξη του κρατικού μονοπωλίου έφερε πτώση της αξίας του αλατιού, και πιθανότατα το τέλος της ανάγκης φύλαξής του.
Το μικρό σπίτι εγκαταλείφθηκε. Για δεκαετίες παρέμενε ένα κουφάρι πνιγμένο στη βλάστηση και στα ξεβράσματα της θάλασσας. Μέχρι που ένας άνθρωπος και η τοπική κοινότητα να του ξαναδώσουν ζωή.
Πίσω από το σημερινό Σπίτι του Φύλακα της Αλυκής βρίσκεται ο 66χρονος Βαγγέλης Μίχος, πρόεδρος του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Αγγελοχωρίου. Στους περισσότερους είναι γνωστός απλώς ως «ο Φύλακας της Αλυκής».
Η ιστορία του κυρίου Βαγγέλη είναι φορτισμένη. Με καταγωγή από τα Ασπρόγεια Φλώρινας, εργαζόταν μέχρι πρόσφατα ως ασφαλιστής, κουβαλώντας μια ζωή γεμάτη δυσκολίες, που άφησαν το αποτύπωμά τους στο βαθύ βλέμμα του. Σε μια στιγμή απόγνωσης έγραψε ένα βιβλίο-οδηγό για τον μικρό του γιο. Ήταν Χριστούγεννα του 2014, θυμάται, όταν οι δυό τους περπάτησαν στον υδροβιότοπο και κάθισαν σε μια βάρκα παρατημένη στην αμμουδιά. Εκεί, ο κύριος Βαγγέλης χάρισε στον γιο του το βιβλίο του Κανόνες μιας Ακανόνιστης Ζωής.
Από εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε η βαθιά του σύνδεση με τον τόπο.
«Τότε κατάλαβα πως αυτός ο χώρος προοριζόταν για κάτι παραπάνω» μου λέει, ακουμπώντας το βιβλίο και στα δικά μου χέρια.
Ο κύριος Βαγγέλης άρχισε να καθαρίζει τον χώρο από τα σκουπίδια, έφτιαξε παγκάκια χρησιμοποιώντας απορρίμματα, ξερίζωσε τα ζιζάνια, περιποιήθηκε την αυλή. Σιγά-σιγά, ένα όραμα άρχισε να παίρνει μορφή και υπόσταση. Το ερειπωμένο σπιτάκι μεταμορφωνόταν σε χώρο δημιουργίας, συλλογικότητας και αλληλεγγύης. «Σαράντα ζωές συναισθημάτων μου έδωσε το Σπίτι σαν αντίτιμο» μου λέει.
Η πρώτη εκδήλωση έγινε στις 23 Αυγούστου 2018, κάτω από το φως του φεγγαριού. Εκείνη τη βραδιά το κοινό ταξίδεψε με τα «Παραμύθια για το Αλάτι», μέσα από την αφήγηση της Ανθής Θάνου και τη μουσική συνοδεία του Αλέξανδρου Μακρή. Έκτοτε, το Σπίτι έχει φιλοξενήσει περισσότερες από 400 δράσεις: συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, εργαστήρια γραφής και αφήγησης, προβολές ταινιών, βραδιές ποίησης. Ένα μωσαϊκό πολιτισμού σε πλήρη αρμονία με τη φύση.
Όμως η πορεία δεν ήταν ανέφελη. Το καλοκαίρι του 2022, μια ανώνυμη καταγγελία έφερε την πολεοδομία Θέρμης στον χώρο για αυτοψία. Το κτίριο κρίθηκε επικινδυνο και η ιδιοκτήτρια εταιρεία, Ελληνικές Αλυκές Α.Ε., απαγόρευσε τη συνέχιση των εκδηλώσεων μέχρι να αποκατασταθεί.
Η απάντηση ήρθε από την ίδια την κοινότητα. Στη σελίδα του Σπιτιού στο Facebook, που σήμερα αριθμεί περίπου 15.000 ακολούθους, ο κύριος Βαγγέλης απηύθυνε για πρώτη φορά έκκληση για οικονομική συνεισφορά. Ακολούθησε καταιγισμός από λόγια και πράξεις αλληλεγγύης.
«Έχω μια εταιρεία με σκαλωσιές. Θα μπορούσα να σας κάνω χορηγία τη μεταφορά, ενοικίαση, τοποθέτηση και απεγκατάστασή της» έγραψε ένας φίλος της σελίδας.
«Θα καταθέσω 50 ευρώ στον λογαριασμό του Συλλόγου για το Σπίτι. Επίσης θα αναλάβω δωρεάν την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στο σπιτάκι. Έχουμε παρακολουθήσει οικογενειακώς τη Βραδιά Παραμυθιών στο μαγευτικό αυτό σπιτάκι» σχολίασε κάποιος άλλος.
Σε έναν μήνα συγκεντρώθηκαν σχεδόν 8.000 ευρώ. Η στέγη αποκαταστάθηκε, και το σπίτι απέκτησε νέα ζωή με τη βοήθεια δεκάδων εθελοντών.
Σήμερα, ωστόσο, το Σπίτι βρίσκεται και πάλι σε καθεστώς αβεβαιότητας. Η δεκαετής παραχώρηση από τις Ελληνικές Αλυκές στον Δήμο Θερμαϊκού έληξε πρόσφατα, και το ΤΑΙΠΕΔ προχωρά στην ιδιωτικοποίηση της έκτασης. Το μέλλον του Σπιτιού είναι μετέωρο.
Η τοπική κοινωνία αντιδρά ξανά, αυτή τη φορά συλλέγοντας υπογραφές με αίτημα την ανανέωση της παραχώρησης στον Δήμο, ώστε να συνεχίσει το Σπίτι να λειτουργεί ως εντευκτήριο πολιτισμού.
«Πρέπει να υπάρξει συνέχεια» μου λέει ο Χρυσόστομος Κούρτης, 58 ετών, φίλος της κοινότητας από το 2019 και ερασιτέχνης φωτογράφος. «Κανείς δεν μπορεί να σου περιγράψει τι είναι αυτό που συμβαίνει και πώς μπορεί να νιώσει κάποιος όταν βρίσκεται εκεί».