Η Θεσσαλονίκη στα social media του προηγούμενου αιώνα
Η ιστορία της πόλης μέσα από 333 καρτ-ποστάλ, στο λεύκωμα «Σαλονίκη» του Γιάννη Καρλόπουλου
- Σοφία Χριστοφορίδου
- Γιάννης Καρλόπουλος
- 12/3/2026
Στο εξώφυλλο δεσπόζει η λέξη «Σαλονίκη», με μεγάλα κεφαλαία γράμματα, που παραπέμπουν στα τυπωμένα χαρτιά «Ενοικιάζεται» που είναι κολλημένα ακόμη στις κολώνες της ΔΕΗ. «Είμαστε “ενοικιαστές”, περαστικοί από αυτή την πόλη των 2.300 χρόνων» λέει ο γραφίστας Γιάννης Καρλόπουλος, που δημιούργησε αυτό το μοναδικό λεύκωμα με 333 καρτ-ποστάλ, πλαισιωμένες από κείμενα δικά του, στίχους ποιητών και τραγούδια, ένα μοναδικό «κολάζ» της Θεσσαλονίκης του τελευταίου αιώνα.
Ομολογώ πως συνήθως με κουράζουν τα φωτογραφικά λευκώματα, και ακόμα περισσότερο η εύκολη νοσταλγία. Ακριβώς γι’ αυτό μου φάνηκε απρόσμενα ενδιαφέρον το βιβλίο του Γιάννη Καρλόπουλου, που δεν είναι ένα συνηθισμένο λεύκωμα, αλλά ένας αντικατοπτρισμός της πόλης μέσα από τις καρτ-ποστάλ ενός αιώνα, τον ποιητικό λόγο και τη «λοξή ματιά» του συγγραφέα.
«Όλες αυτές οι κάρτες επιτέλεσαν τον αρχικό τους σκοπό, διαβάστηκαν από τους παραλήπτες τους, και τώρα που αποφάσισα να τις αναστήσω ξαναδιαβάζονται σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Στην ουσία έβαλα τις φωνές των επιστολογράφων, μαζί με τη δική μου, να μιλάνε μεταξύ τους με διαφορετικές γλώσσες, σαν ένα μουρμουρητό με τις πολύ διαφορετικές φωνές της πόλης» λέει ο Καρλόπουλος.
Φωνές Γάλλων στρατιωτών του Μακεδονικού Μετώπου και Θεσσαλονικιών που επικοινωνούν με φίλους και συγγενείς, μεταναστών που νοσταλγούν την πόλη τους και Αθηναίων εκδρομέων, ξένων περιηγητών και τουριστών. Κι ανάμεσα στις εικόνες, αμέτρητες παράλληλες ιστορίες και λεπτομέρειες που ερεύνησε εξονυχιστικά ο Καρλόπουλος, φτιάχνοντας ένα βιβλίο γεμάτο από καλούδια που περιμένουν να τα ανακαλύψει ο αναγνώστης.
«Η “Σαλονίκη” είναι ένα άλμπουμ μιας προ-social media εποχής. Τώρα μπορεί να μην στέλνουμε πια καρτ-ποστάλ, αλλά κάνουμε το ίδιο με άλλα μέσα, ποστάρουμε φωτογραφίες και γράφουμε δυο λόγια για το πού είμαστε και τι κάνουμε. Τότε τα ταχυδρομεία υπήρχαν επειδή υπήρχε η καρτ-ποστάλ, τώρα το Facebook υπάρχει επειδή ανταλλάσσουμε μηνύματα» εξηγεί ο Καρλόπουλος.
Εδώ και είκοσι χρόνια συλλέγει καρτ-ποστάλ από τη μεταπολεμική περίοδο, από τότε που η χώρα μας έγινε προορισμός για τους τουρίστες και «δημιούργησε μία συνείδηση για την πρόσληψη της εικόνας μας από τους ξένους, αλλά και από εμάς τους ίδιους». Κάπως έτσι έφτασε να έχει περί τις 10.000 κάρτες από όλη την Ελλάδα.
Το 2012 σκέφτηκε να αξιοποιήσει το αρχείο του για ένα λεύκωμα με κάρτες από τη γενέθλια πόλη, με αφορμή τον εορτασμό των εκατό χρόνων από την ενσωμάτωσή της στον ελλαδικό κορμό. Μπορεί να μην πρόλαβε την επέτειο του 2012, αλλά δεν ξέχασε το «τάμα» προς την πόλη του.
Καθώς δεν είχε καμία καρτ-ποστάλ από την προπολεμική περίοδο, αποδύθηκε σ’ ένα «κυνήγι χαμένου θησαυρού» — σε παλαιοπωλεία, παζάρια και σε ιστότοπους δημοπρασιών, ενώ φίλοι άνοιξαν τα προσωπικά τους αρχεία για χάρη του.
Συγκέντρωσε 333 καρτ-ποστάλ μιας άλλης εποχής, που εκτός από την ιστορική τους αξία για την πόλη είναι τεκμήρια της εξέλιξης της οπτικής επικοινωνίας και της αναπαραγωγής της εικόνας.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, που αντιστοιχούν στην τεχνολογική εξέλιξη της αναπαραγωγής και εκτύπωσης της εικόνας τον προηγούμενο αιώνα: χρωμολιθογραφία, φωτομηχανική αναπαραγωγή, ασπρόμαυρη φωτογραφία, τετραχρωμία.
Οι σελίδες του είναι η χαρά της τυπογραφίας, με αναφορά στους εκδοτικούς οίκους που εξέδωσαν τις κάρτες, με τρία διαφορετικά είδη χαρτιών και τρεις διαφορετικές γραμματοσειρές, όλες κατονομασμένες, σαν να ήταν συν-συγγραφείς του βιβλίου. Ο ίδιος με το ζόρι έβαλε το όνομά του στο οπισθόφυλλο, κι ας είναι το βιβλίο αποκλειστικό δημιούργημά του, από την ιδέα και τα κείμενα μέχρι τη σχεδίαση των σελίδων. «Είναι πιο μεγάλη η Θεσσαλονίκη από εμάς» δικαιολογείται.
Ο Καρλόπουλος γνωρίζει όσο λίγοι την οπτική επικοινωνία. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1967, με σπουδές στις γραφικές τέχνες, μαθήτευσε στον αναλογικό και ψηφιακό σχεδιασμό, την τυπογραφία και την καλλιγραφία, δούλεψε για ό,τι τυπώνεται — εφημερίδες, περιοδικά, καταλόγους, εκδόσεις και βιβλία — και βραβεύτηκε για τη δουλειά του. Συνιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Ψηφιακής Τυποθήκης (fonts.gr), είναι επίσης εμπνευστής του Stella project — calligraphy à la greka, μιας προσπάθειας καταγραφής της ελληνικής καλλιγραφίας, και της γραμματοσειράς Cavafy Script.
Η καρτ-ποσταλική ιστορία της «Σαλονίκης» αρχίζει το 1912 με μια κάρτα που απεικονίζει την είσοδο του ελληνικού στρατού και μιαν άλλη με τον εύζωνα να ποδοπατά τη σημαία με την ερυθρά ημισέληνο και να υψώνει τη γαλανόλευκη, με φόντο τον χάρτη της πόλης. Σε μια σπάνια ζωγραφική απεικόνιση βλέπουμε τον Βενιζέλο πάνω σε ένα γαλλικό σκάφος, καθώς ναυλοχεί στον Θερμαϊκό, και σε μιαν άλλη τον Μωρίς Σαράιγ, επικεφαλής της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής και αρχιστράτηγο των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Θεσσαλονίκη υποδέχεται τη Στρατιά της Ανατολής και ο πληθυσμός της τριπλασιάζεται. Οι χιλιάδες ξένοι στρατιώτες αγοράζουν έγχρωμα ταχυδρομικά δελτάρια, που παράγονται μαζικά από ντόπιους ή αλλοδαπούς ζωγράφους-φωτογράφους, για να στείλουν τα νέα τους πίσω στην πατρίδα, διασώζοντας έτσι όψεις της πόλης από εκείνη την περίοδο: τις ειδυλλιακές εικόνες της παραλίας, την πανοραμική θέα από την Άνω Πόλη, τη θέα της πόλης όπως φαίνεται από τη θάλασσα με τους μιναρέδες και τα κυπαρίσσια να ξεχωρίζουν, το μουσουλμανικό νεκροταφείο Γένι Καπού και τον τεκέ των Μεβλεβήδων στα βορειοδυτικά τείχη, την πλατεία Λευκής Κρήνης (Συντριβάνι).
Η δεκαετία της Κατοχής και του Εμφυλίου μοιραία δεν υπάρχει σε καρτ-ποστάλ. Από το 1950 και έπειτα οι καρτ-ποστάλ θυμίζουν «αληθινή» ασπρόμαυρη φωτογραφία, εκτυπώνονται σε σκοτεινό θάλαμο και παράγονται μαζικά σε οικοτεχνίες και βιοτεχνίες. Τη δεκαετία του ’60, οι άνθρωποι αρχίζουν πια να επισκέπτονται την πόλη ως τουρίστες, κι οι μετανάστες να αλληλογραφούν με την οικογένεια που άφησαν πίσω στη Θεσσαλονίκη. Η θεματολογία των καρτών αλλάζει.
Ο Λευκός Πύργος, που προπολεμικά ήταν μάλλον αδιάφορος — αν όχι ενοχλητικά οθωμανοπρεπής — πλέον αναδεικνύεται ως τοπόσημο, μαζί με τον πύργο του ΟΤΕ, τη ΔΕΘ και την Αριστοτέλους. Οι νέες υποδομές της πόλης, όπως οι προβλήτες του λιμανιού και το Καυτανζόγλειο, απεικονίζονται στις κάρτες της εποχής, φυσικά μαζί με τα γραφικά ηλιοβασιλέματα και τις πανοραμικές λήψεις από την Άνω Πόλη. Τα κορεσμένα χρώματα των καρτών της εποχής αποπνέουν ένα κλίμα αισιοδοξίας, κι ας μην ήταν αυτός απαραίτητα ο στόχος — αλλά η μείωση του κόστους εκτύπωσης και η μαζική παραγωγή τους.
Ο Λευκός Πύργος, η Καμάρα και η Ροτόντα γίνονται τοπόσημα: Όψεις της Θεσσαλονίκης και ιστορίες επιστολογράφων από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70.
Το τέλος της δεκαετίας του ’80 έφερε και το τέλος της επικοινωνίας με καρτ-ποστάλ. Το τηλέφωνο έκανε την επικοινωνία πιο άμεση, κι οι φθηνές φωτογραφικές μηχανές και τα φιλμ «εκδημοκράτισαν» την αναπαραγωγή της εικόνας.
Ζητώ από τον Γιάννη Καρλόπουλο να ξεχωρίσει τις αγαπημένες του κάρτες, είτε για τις εικόνες, είτε για τις ιστορίες που κουβαλούν.
Στις πρώτες που επιλέγει είναι η κάρτα με τον τεκέ του Μεβλεβί χανέ, πάνω από την Παναγία Φανερωμένη, αλλά και «του φοβερού τυπάκου, του στρατιώτη που ζητάει να του στείλουν οι δικοί του λικέρ μέντας».
Τον ρωτώ ποια σημεία θα επέλεγε, αν τύπωνε μια καρτ-ποστάλ της σημερινής Θεσσαλονίκης. «Δεν θα απεικόνιζα τα μνημεία, με κανέναν τρόπο. Θα έκανα ένα κολάζ, αλλιώς θα την έκανα με γραμμικά στοιχεία, όπως η λέξη Σαλονίκη με μία πολύ ιδιότυπη γραμματοσειρά, που χρησιμοποιείται μόνο στο “ενοικιάζεται-πωλείται”», μου απαντά — περιγράφοντας, τελικά, το ίδιο το εξώφυλλο της «Σαλονίκης».
Ο Γιάννης Καρλόπουλος παρουσιάζει το λεύκωμα στη γενέθλια πόλη του, το Σάββατο 14 Μαρτίου, στις 19:00 στο χώρο των Beetroot.
Διαβάστε επίσης
- Κώστας Δ. Μπλιάτκας
- Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης
- Αντώνης Ρεπανάς
- Γιάννης Στεφάνωβ




