Τελλόγλειο, συλλέκτες και η σχέση ιδιωτικών συλλογών και μουσείων
Λονδίνο, Παρίσι, Βρυξέλλες: Σκέψεις από ένα ταξίδι ενόψει της έκθεσης για την εικαστική Θεσσαλονίκη στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα
Τελλόγλειο tellogleio
Το Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών ΑΠΘ γιορτάζει φέτος 25 χρόνια λειτουργίας – το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τα 100 του χρόνια – με πολλές μικρές και μεγάλες εκθέσεις. Το φθινόπωρο, το Τελλόγλειο οργανώνει στα φετινά επετειακά 60ά Δημήτρια του Δήμου Θεσσαλονίκης την έκθεση «ΤΕΧΝΗ–Διαγώνιος και το Μουσείο που δεν έγινε», ένα μεγάλο αφιέρωμα στην εικαστική Θεσσαλονίκη (και όχι μόνο) στο δεύτερο μισό του 20ού αι. και τη σύνδεσή της με το σήμερα.
Δύο μεγάλες συλλογές, αυτή της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «ΤΕΧΝΗ» και της Διαγωνίου (Ντίνος Χριστιανόπουλος), που έχουν περάσει πλέον στο Τελλόγλειο και το ΑΠΘ – η μια εξωστρεφής, η δεύτερη εσωστρεφής – θα δημιουργήσουν τον καμβά όπου χαρτογραφείται η σχέση επαρχίας-κέντρου, εντοπιότητας-διεθνισμού. Θα αξιοποιηθεί ολόκληρος ο εκθεσιακός χώρος του Ιδρύματος και προγραμματίζονται ημερίδες, ζωντανές αφηγήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και άλλες εκδηλώσεις εντός και εκτός του Τελλογλείου.
Τον περασμένο Απρίλιο, ένα ταξίδι σε τρεις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – Λονδίνο, Παρίσι, Βρυξέλλες – με ειδικό εκτόπισμα στα πολιτιστικά, με οδήγησε σε κάποιες ενδιαφέρουσες σκέψεις, σχετικά με την όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή των συλλογών και του συλλέκτη στη σύγχρονη διαμόρφωση της εικόνας της τέχνης.
Κι αυτό γιατί αυτόματα σχεδόν ανάλογοι συνειρμοί αναδύονται στη διαδρομή των 25 χρόνων του Τελλογλείου, καθώς εξαρχής συμπεριέλαβε στις κύριες δράσεις του την ανάδειξη συλλογών – εκτός της δικής του – από ιδιώτες συλλέκτες, οι οποίοι εμπιστεύτηκαν τα έργα τους σε εκθέσεις, με απώτερο σκοπό την επαφή τους με το κοινό. Ήταν μια προσπάθεια αμοιβαίας συνέργειας, ένα στοίχημα που συνεχίζει να κερδίζει ως σήμερα το Τελλόγλειο σε εμπιστοσύνη και αναγνώριση.
Μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία με ιστορικές συλλογές επιδιώκουν να ανανεώσουν και να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του κοινού για τις μόνιμες συλλογές τους, ανοίγοντας έναν νέο διάλογο με σύγχρονα έργα καλλιτεχνών διεθνούς βεληνεκούς. Από την άλλη, ιδιώτες συλλέκτες σημαντικών συλλογών ή επώνυμοι δημιουργοί με μεγάλα σύνολα έργων τους συστήνουν ιδρύματα, αναζητούν συχνά υποστήριξη διαχείρισης από γκαλερί, αλλά κυρίως – περισσότερο από ποτέ – την επίσημη αναγνώρισή τους, εκθέτοντας σε δημόσιους φορείς, μουσεία κτλ.
Συνακόλουθο για τους δημιουργούς είναι η έμφαση στη μελέτη, έρευνα και αξιοποίηση του παρελθόντος ως «εικαστικός διάλογος», ως πηγή έμπνευσης και στοιχείο αναφοράς στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, που ανοίγει μια πλούσια δεξαμενή νέων θεμάτων, καθώς προκαλεί το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή του θεατή. Μεγάλες επισκεψιμότητες οδηγούν μαζί με την προβολή και την αναγνώριση στην αύξηση της αξίας των έργων – μεταβάλλοντας κατά κάποιο τρόπο τον καλλιτέχνη και το έργο σε χρηματιστηριακό ομόλογο.
Η κατηγορία του συλλέκτη που ανοίγεται στο κοινό εμφανίζεται όλο και πιο συχνά ως επιθυμία να μοιραστεί τον θησαυρό του με άλλους, να ευεργετήσει το σύνολο. Ο τύπος του μονομανούς συλλέκτη, κατόχου ενός πολύτιμου θησαυρού αποκλειστικά για τον εαυτό του, υποχωρεί και επικρατεί η συνηθέστερη – ήδη από την Αναγέννηση – μετατροπή της συλλογής σε σύμβολο πλούτου, προβολής, δύναμης, εξουσίας, και επιρροής.
Δωρεές από ιδιώτες, συλλέκτες ή δημιουργούς εμπλουτίζουν τις δημόσιες συλλογές με νέο ενδιαφέρον· για τους ιδιοκτήτες, ωστόσο, διογκώνεται το πρόβλημα της επιβίωσης, συντήρησης και – εντέλει – της τύχης των έργων σε ένα ασαφές μέλλον. Οι αυξανόμενες δωρεές σε μεγάλα μουσεία και δημόσιες συλλογές συμβάλλουν στην αναγνωρισιμότητα και καταξίωση του δημιουργού τους, καθώς τα σύγχρονα έργα τέχνης καταξιωμένων δημιουργών εύκολα μεταβάλλονται σε επενδυτική αξία, σε blue chip art.
Η σχετική προθυμία δανεισμού από ιδιωτικές πηγές διευκόλυνε εδώ και αρκετά χρόνια μεγάλα μουσεία πολιτιστικής κληρονομιάς στην αξιοποίηση του «διαλόγου» κλασικών έργων του παρελθόντος με σύγχρονες δημιουργίες. Χαρακτηριστική ήταν το 2008 η παρέμβαση σε αίθουσες του Λούβρου με έργα του Jan Fabre: σχολιασμός, ειρωνεία ή και διάλογος με το παρελθόν.
Η αντίληψη αυτή υιοθετήθηκε πρόσφατα από το μουσείο της Αμβέρσας, που άνοιξε στο τέλος του 2024 μετά από 11 χρόνια ανακαίνισης με την έκθεση «Collected with Vision. Old Masters and Contemporary Art. Private collections in dialogue with the Old Masters». Στην προσπάθεια να ανανεωθεί το ενδιαφέρον για τις ιστορικές συλλογές του μουσείου, οι θεματικές αίθουσες και τα έργα των Παλιών Δασκάλων (Old Masters) απέκτησαν μια σύγχρονη πινελιά, έναν διάλογο με έργα μεταπολεμικής τέχνης που προέρχονταν κυρίως από δάνεια μεγάλων ιδιωτικών συλλογών σύγχρονης τέχνης, με τη συνεργασία και εμπειρία στο εγχείρημα της γκαλερί σύγχρονης τέχνης στο Βέλγιο Geukens & De Vil Projects.
Έτσι, δίπλα στο περίφημο Τρίπτυχο με τη Majestas Domini και τους Άγγελους Μουσικούς του Hans Memling, π. 1480-90, τοποθετήθηκε η Banana Guitar-The Velvet Underground του Lou Reed που υπέγραψε ο Andy Warhol το 1967 (πρβλ. το περίφημο εξώφυλλο δίσκου το 1967), όπου η μέθεξη ουσιών του LSD δημιουργεί σύγχρονο σχόλιο στην ουράνια μελωδία των αγγέλων.
Το Κέντρο Καλών Τεχνών BOZAR στις Βρυξέλλες, ένα από τα πιο δυναμικά πολιτιστικά και καλλιτεχνικά κέντρα στο Βέλγιο, παρουσιάζει στις Βρυξέλλες αυτή την εποχή την πρώτη μεγάλη ατομική έκθεση της Berlinde De Bruyckere. Η έκθεση είναι η πρώτη της σειράς Conversation Pieces, μιας νέας ιδέας στην οποία το Bozar προσκαλεί έναν καλλιτέχνη να εμπλέξει το δικό του έργο σε διάλογο με το έργο άλλων καλλιτεχνών.
Στην έκθεσή της «Khorós» η De Bruyckere παρουσιάζει μια επιλογή από έργα της των τελευταίων 25 ετών που συνομιλούν με παλιούς και σύγχρονους δημιουργούς, από τον Lucas Cranach μέχρι τον Pier Paolo Pasolini και την Patti Smith. «Αυτό που αγαπώ περισσότερο είναι να εργάζομαι σε διάλογο» δηλώνει η καλλιτέχνις. «Αντί για μια “αναδρομή”, θεώρησα συναρπαστικό, μετά από αίτημα του Μποζάρ, να αναφερθώ σε παλαιότερους δασκάλους και προσωπικότητες που με έχουν εμπνεύσει. Τα έργα μου – σημασιολογικά– διαβάζονται διαφορετικά σε αυτό το πλαίσιο».
Ενδιαφέρων διάλογος συλλογών παρουσιάστηκε πρόσφατα στην Πινακοθήκη Courtauld του Λονδίνου με την έκθεση From Goya to Impressionism. Για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτέθηκαν σπουδαία έργα της Συλλογής του Oskar Reinhardt από το Winterthur της Ελβετίας. Αριστουργήματα των Γκόγια, Μονέ, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Πικάσο και Σεζάν, μπόρεσαν να ταξιδέψουν εκτός Ελβετίας, καθώς η βίλα «Am Römerholz» που τα φιλοξενούσε έκλεισε για ανακαίνιση για να ξανανοίξει το 2026. Ο Όσκαρ Ράινχαρτ ήταν σύγχρονος του Samuel Courtauld, ιδρυτή του Ινστιτούτου Τέχνης Κουρτό. Οι δυο τους μοιράζονταν τις ίδιες καλλιτεχνικές προτιμήσεις και γνωρίστηκαν το 1932, χρονιά ίδρυσης του Ινστιτούτου Κουρτό. Η στενή συγγένεια της Συλλογής Ράινχαρτ με εκείνη της Πινακοθήκης Κουρτό δημιουργεί το τέλειο πλαίσιο για την αλληλοσυμπλήρωση αριστουργημάτων από τις δύο πλευρές – μια σπάνια αισθητική απόλαυση ομορφιάς και ποιότητας για τον θεατή.
Μια από τις μεγαλύτερες διεθνώς μονογραφικές εκθέσεις είναι αυτή του David Hockney στη Fondation Louis Vuitton στο Παρίσι. Ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού και 21ου αιώνα επηρέασε όσο λίγοι τη σύγχρονη τέχνη με την πληθωρική καλλιτεχνική του παραγωγή, την ικανότητά του να καινοτομεί και να συνδυάζει την παράδοση με τη σύγχρονη τεχνολογία, ανανεώνοντας διαρκώς το λεξιλόγιό του.
Κύριο σώμα της έκθεσης αποτελούν έργα του καλλιτέχνη από διεθνή ιδρύματα και ιδιωτικές συλλογές. Σημαντικό είναι το πρόσφατο σύνολο έργων από το στούντιό του και δημιουργίες με το στοιχείο της έκπληξης, έργα που ζωγραφίστηκαν στο Λονδίνο, όπου έχει μετακομίσει από το καλοκαίρι του 2023: αινιγματικοί πίνακες εμπνευσμένοι από τον Edvard Munch και τον William Blake, ενώ δεν μπορούσαν να λείπουν από την έκθεση έργα του σε διάλογο με ζωγράφους που έχει αγαπήσει, όπως οι Fra Angelico, Piero della Francesca, Claude Lorrain, Cézanne, Van Gogh, Picasso.
Διάλογος με άλλους δημιουργούς αποτελεί συνήθεια και πρόκληση για σύγχρονους καλλιτέχνες, καθώς η έρευνα, τα αρχεία, η ανακάλυψη απρόσμενων πτυχών στα έργα τους διευρύνουν εξαιρετικά τη θεματολογία τους. Στο Τελλόγλειο χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη έκθεση του Μάρκου Καμπάνη με έντονο τον χαρακτήρα των αναφορών, δανείων, παραπομπών σε έργα άλλων καλλιτεχνών από διαφορετικούς χώρους, εποχές και πολιτισμούς. Αλλά και στην πρόσφατη αναδρομική του Άρι Γεωργίου στο ΜΙΕΤ Homo Ludens Αναδρομή 1974-2024, ενδιαφέρων είναι ο εικαστικός διάλογος με τον φίλο του ζωγράφο Γιάννη Μαβίδη.
Ο François Pinault δημιούργησε τα τελευταία 50 χρόνια μια από τις σπουδαιότερες διεθνώς συλλογές για τη σύγχρονη τέχνη με έργα επίκαιρης κυρίως θεματολογίας. Η συλλογή του εκτίθεται σε θεματικά σύνολα σε τρία μουσεία-χώρους, που διαμορφώθηκαν από τον αρχιτέκτονα Tadao Ando και συνδέουν σαν κτίρια την κληρονομιά του παρελθόντος με τη σύγχρονη δημιουργία: Venezia, Palazzo Grassi. Venezia, Punta della Dogana. Paris, Bourse de Commerse. Πολιτική της συλλογής είναι η διαρκής κινητικότητα με δάνεια και συνεργασίες σε όλο τον κόσμο, με εκθέσεις εκτός έδρας. Οι πολιτιστικές δραστηριότητες της συλλογής υπαγορεύονται από τη σταθερή δέσμευση και τον σκοπό: το μοίρασμα του πολιτισμικού αγαθού με το ευρύτερο δυνατό κοινό.
Η πρόσφατη μεγάλη έκθεση «Σώματα και ψυχές» («Corps et âmes») με 100 έργα της συλλογής Pinault στο μουσείο Bourse de Commerce στο Παρίσι αποτελεί μια εξερεύνηση της αναπαράστασης του σώματος στη σύγχρονη τέχνη. Auguste Rodin, Duane Hanson, Georg Baselitz, Niki de Saint Phalle, Ana Mendieta, David Hammons, Marlene Dumas, Arthur Jafa, Ali Cherri, κ.ά. εξερευνούν τους δεσμούς μεταξύ σώματος και ψυχής, ενώ δεν λείπουν αναφορές και διάλογος με σημαντικές δημιουργίες καλλιτεχνών του παρελθόντος. Ο Gideon Appah π.χ. εμπνέεται από Σεζάν, Ματίς και Γκογκέν, η Lynette Yiadom-Boakye από τους Μανέ, Ντεγκά και Γκόγια, και η «Ίρις, αγγελιοφόρος των Θεών» (1891) του Auguste Rodin, με το γυμνό σώμα και τα πόδια ανοιχτά, παραπέμπει στο έργο του Gustave Courbet «Η αρχή του κόσμου».
Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το θέμα της έκθεσης συλλογών σχετίζεται με τη μουσειακή παρουσίαση των έργων (οπότε κοινό κτήμα), καθώς επηρεάζεται ο τρόπος θέασης και εκτίμησης της ποιότητας, αυξάνοντας μαζί την αγωνία για την τύχη αυτού του τεράστιου υλικού που συσσωρεύεται σε αποθήκες μουσείων και ιδιωτών, έργα που είναι αδύνατο πλέον να εκτεθούν μόνιμα ή έστω συχνότερα· φέρνει λοιπόν στο προσκήνιο το ζήτημα διαχείρισης, συντήρησης, προσβασιμότητας, διακίνησης, και αξιοποίησης του πολιτιστικού αποθέματος, κυρίως ως εργαλείο παιδείας και κύρους, ως αγαθό της κληρονομιάς του παρελθόντος. Παρασύροντας μαζί και όλα τα σχετικά ζητήματα, όπως ποιο και πότε χαρακτηρίζεται ένα έργο ως καλλιτέχνημα και όχι απλώς αντικείμενο κατασκευασμένο από ανθρώπινο χέρι, πώς και ποιος καθορίζει την αξία του, κ.ο.κ.
Είναι προφανές ότι διαμορφώνεται ένα διαφορετικό σύστημα αξιών και συμπεριφορών που αφορούν σε καλλιτέχνες και στη διαχείριση του πολιτισμικού αγαθού. Ίσως εφόδια όπως η παιδεία, η γνώση και οι νέες τεχνολογίες οδηγήσουν τελικά σε μια, γενικότερα, πιο συναινετική, βιώσιμη, δημιουργική συνύπαρξη στον χώρο της τέχνης.
Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά
Η Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά είναι Διευθύντρια του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών ΑΠΘ και Ομότιμη Καθηγήτρια του ΑΠΘ
Διαβάστε επίσης
- Δρ. Δημήτριος Σιδηρόπουλος
- Γιώργος Σκαμπαρδώνης
- Χριστίνα Ξιάρχου