Επιστρέφοντας πριν από δύο καλοκαίρια από τη Σεβίλλη, ο πιλότος προσέγγισε το αεροδρόμιο από την επάνω πλευρά της «ανοιχτής αγκαλιάς» που λέγεται Θεσσαλονίκη, καθώς μοιάζει με χέρια ανοιχτά έτοιμα να υποδεχθούν όποιον έρχεται από τη θάλασσα. Η εικόνα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική.
Αν κάποιος ερχόταν για πρώτη φορά θα εντυπωσιαζόταν ίσως από την… αναλογία πρασίνου, αφού το δάσος του Σέιχ Σου έμοιαζε να ’ναι κάτι παραπάνω από το 1/3 του οικο-δομημένου χώρου. Αν συνυπολόγιζε κανείς το Δέλτα του Αξιού και τις παρυφές του κάμπου, από τη μια, ή τον Χορτιάτη, τα Βασιλικά και τους αγρούς του Θερμαϊκού, από την άλλη, η υπεροχή των ελεύθερων χώρων θα ήταν συντριπτική. Και άντε να πείσεις τον πρωτοφερμένο ξένο που κοιτά από το παραθυράκι του αεροπλάνου ότι όλο αυτό δεν «είναι» μία πόλη, αλλά παραμένει ακόμη ένα παζλ από… 26 κασσανδρινές «πολίχνες» που συνθέτουν αυτό που λέμε Θεσσαλονίκη…
Πάντως δεν είναι μόνο η εικόνα, είναι και η ουσία. Και από εδάφους να το σκεφτεί κανείς, η Θεσσαλονίκη δεν είναι πια μόνο ο κεντρικός δήμος, ούτε καν το λεγόμενο πολεοδομικό συγκρότημα –ξεπερασμένα από την πραγματικότητα σχήματα. Η πόλη –εδώ και χρόνια– εκτείνεται από τα Νέα Μάλγαρα μέχρι τη Νέα Μηχανιώνα κι από τον Χορτιάτη έως το Ωραιόκαστρο, υπό την έννοια ότι οι κάτοικοι αυτής της ευρείας περιοχής ζουν, εργάζονται και ψυχαγωγούνται από τη μια άκρη ως την άλλη – εξάλλου η απόσταση δεν είναι πάνω από 60 χλμ., όση περίπου είναι η οδική περίμετρος της Σεβίλλης, η οποία σημειωτέον είναι αριθμητικά παρόμοια.
Κάπου εκεί, αναρωτήθηκα: μήπως θα έπρεπε να βλέπουμε στο εξής την πόλη αυτή στην πραγματική της διάσταση; Να αντιμετωπίζουμε τα ζητήματά της και να θωρούμε τις προοπτικές της σε μια ευρύτερη επικράτεια από αυτήν που διαμορφώνουν τις κεντρικές πολιτικές;
Μήπως θα πρέπει να σχεδιάζουμε έργα που θα προβλέπουν και θα καλύπτουν τις ανάγκες των μελλοντικών κατοίκων της πόλης για τα επόμενα 100 χρόνια, έργα που θα υλοποιηθούν ωστόσο σε ορατό χρονικό ορίζοντα 10-15 ετών;
Μπορούμε άραγε να συμφωνήσουμε σε μια κοινή ατζέντα ή θα την υποστηρίζουμε «όταν είμαστε εμείς» και θα την απορρίπτουμε όταν «είναι οι άλλοι»; Ατζέντα διεκδίκησης και ατζέντα διαχείρισης. Στην ουσία, να χαράξουμε έναν ολοκληρωμένο οδικό χάρτη μετεξέλιξης της πόλης.
Μπορεί να ακούγεται παλαβό όλο αυτό, και δικαίως, έτσι όπως έχουμε «εκπαιδευτεί» και σύμφωνα με την πραγματικότητα που ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες στην πόλη και στη χώρα.
Όμως, αν δεν αλλάξουμε οπτική σήμερα, είναι λίγο παραπάνω από βέβαιο ότι στα επόμενα 50 χρόνια θα έχει κτιστεί μια «άγαρμπη απεραντούπολη» και πάλι τα ίδια θα συζητάμε…
Αυτό δεν είναι υπερβολή, αρκεί να δούμε το πολύ ορατό παράδειγμα επέκτασης στην ανατολική πλευρά, χωρίς να προβλέπονται επαρκείς ελεύθεροι χώροι και δρόμοι, την προστασία των διατηρητέων που έμεινε στα 90s, τη διαχείριση του δημόσιου χώρου εν γένει που είναι από ανύπαρκτη έως πολύ νωχελική, τις δημόσιες συγκοινωνίες τού ενός μέσου, το διαρκώς άλυτο θέμα των πάρκινγκ, την αδυναμία διαμόρφωσης και διαχείρισης «μεγάλων πάρκων», την αδυναμία ενσωμάτωσης των παλαιών στρατοπέδων στην αστική καθημερινότητα, το γύρισμα της πλάτης σε δάσος και θάλασσα, στο Δέλτα του Αξιού, στο Σέιχ Σου κ.ά. Επί δεκαετίες συζητάμε για θαλάσσια συγκοινωνία χωρίς αποτέλεσμα (χωρίς να θέτουμε επί τάπητος την αιτία της αποτυχίας), ενώ κάθε συζήτηση για πεζοδρόμηση σε κεντρικές οδικές αρτηρίες είναι αποσπασματική και αυτομάτως προβληματική.
Την ίδια ώρα, οι Ισπανοί αξιοποιούν παλαιά κτίρια ως δημόσιες υπηρεσίες κρατώντας τα ζωντανά, οι Πορτογάλοι με στοχευμένες φυτεύσεις δημιουργούν αλσύλλια σε κάθε μεσαία έκταση μέσα στην πόλη, οι Γερμανοί κάνουν διαγωνισμούς για ανθοσυνθέσεις στον δημόσιο χώρο, οι Τσέχοι δημιουργούν όχι απλώς πράσινα δώματα, αλλά πάρκα σε δώματα, οι Ιταλοί απαγορεύουν την κυκλοφορία ΙΧ καθαρίζοντας την ατμόσφαιρα στα κέντρα των πόλεων, οι Γάλλοι καταργούν τις πινακίδες και σηματοδοτούν τους δρόμους με επιδαπέδιους χρωματισμούς, οι Κροάτες αξιοποιούν τη φύση δημιουργώντας αξιοθέατα και αυτοσυντήρητα εθνικά πάρκα. Σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης πεζοδρομούν τα κέντρα τους, δίνουν χώρο σε μεγάλα μουσεία να ανοίξουν παραρτήματα, ποντάρουν «ακραία» στα δικά τους, για να δημιουργήσουν περηφάνια στους κατοίκους και ενδιαφέρον στους επισκέπτες.
Ενδεικτικά όλα αυτά, μιας και συμβαίνουν πολύ περισσότερα εκεί έξω, που μας δημιουργούν μια θλίψη όταν επιστρέφουμε στην ακανόνιστη χώρα μας. Εμείς φανάρια, εκείνοι roundabout…
Βέβαια, όλα αυτά δεν αφορούν μόνο τη φτωχομάνα, αλλά σε γενικές γραμμές όλες τις ελληνικές πόλεις. Ειδικά για τη Θεσσαλονίκη, μια νέα οπτική του χώρου θα δημιουργήσει ένα φρέσκο δημιουργικό πλαίσιο σκέψης και θα δώσει μια ευκαιρία για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό λειτουργίας της πόλης απ’ άκρη σ’ άκρη. Κάπως έτσι ίσως ανοίξει ο δρόμος για μια νέα συμφωνία της πόλης σε μια ατζέντα διαχείρισης (των πραγμάτων) και διεκδίκησης (των υποδομών). Για μια συμμαχία με τον συλλογικό μας εαυτό (όχι πολιτική, αλλά κυρίως διανοητική) και, τελικά, για ένα πέρασμα από την ιδέα στην (διοικητική) πράξη (με τη συνδρομή ενός κατάλληλου θεσμικού πλαισίου).
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα: πώς θα περάσουμε και πώς θα παγιώσουμε τις καλές πρακτικές στη διοίκηση, πώς θα κάνουμε πράξη πράγματα που στα δυτικά μας πρότυπα λειτουργούν εδώ και δεκαετίες και μοιάζουν αυτονόητα.
Δεν αρκεί πια το πιλοτικό, χρειαζόμαστε το κανονικό. Δεν αρκούν πια οι δενδροφυτεύσεις, χρειαζόμαστε αρχιτεκτονική τοπίου.
Η μετεξέλιξη και η αναζωογόνηση των αστικών μας κέντρων απαιτεί πρωτίστως πολιτική πόλεων. Που δεν την έχουμε. Μας λείπει. Αυτό σημαίνει κεντρική πολιτική βούληση και καθολικό πολιτικό σχέδιο. Με τρόπο θεσμικό και μακροπρόθεσμο. Αν συνεχίζουμε να αναβάλλουμε, θα είναι σαν να επιλέγουμε να σπρώχνουμε διαρκώς το κάρο προσποιούμενοι ότι προχωράει, αντί να ζέψουμε δυο άλογα και να το οδηγούμε με ρυθμό κανονικό και στη σωστή κατεύθυνση. Και η πραγματικότητα πάντα θα βρίσκεται μπροστά μας.