Το κείμενο του Κώστα Μπλιάτκα πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 91 (Σεπτέμβριος 2025) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ.
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Τίτλος αποκαλυπτικός αλλά και αινιγματικός τρόπον τινά: «Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…». Στην προσπάθεια της σύνθεσης του βιβλίου συνέβαλε ο ίδιος ο Μάλαμας απαντώντας σε ερωτήσεις που του έθεσε ο συγγραφέας σχετικά με τα ευθύβολα τραγούδια του που ενεργοποιούν τη σκέψη και τα συναισθήματά μας.
Όπως μας πληροφορεί ο Λέων Ναρ στο οπισθόφυλλο, βασικοί θεματικοί άξονες του βιβλίου είναι «η κοινωνική κριτική που ασκεί ο Σωκράτης Μάλαμας με τα τραγούδια του, η οπτική του για το “άστυ” σε μια εποχή διαρκούς κοινωνικής κινητικότητας, η βιωματική μαγιά κι η ερωτική διάσταση των στίχων του».
Ο συγγραφέας δεν καταφεύγει στην ασφάλεια της φιλολογικής έρευνας και προσέγγισης, αφού κι από παλιά πηγαίνει σε συναυλίες, ακούει με τις ώρες τραγούδια, ενώ και η προετοιμασία για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου κράτησε πάνω από μία δεκαετία.
Περισσότερα για τις προθέσεις του συγγραφέα, για τις δυσκολίες του εγχειρήματος, αλλά και για την επίδραση των υπαινιγμών, της δωρικής απλότητας και της έμπνευσης του Σωκράτη Μάλαμα στον κόσμο θα βρείτε στη συζήτηση που είχαμε με τον συγγραφέα.
Θα ήθελα να μου το εξηγήσεις αυτό το «σχεδίασμα ποιητικής βιογραφίας». Τι είχες κατά νου; Πώς το εμπνεύσθηκες;
Τα δυο τελευταία βιβλία μου (αναφέρομαι και στο προηγούμενο για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου) σχετίζονται με το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει φουντώσει η συζήτηση που εξετάζει τους στίχους των τραγουδιών ως ποίηση – προφανώς και υπάρχει συσχετισμός με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν το 2016. Το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, όταν βράβευσε τον Ντίλαν, ήταν ότι «δημιούργησε νέες ποιητικές εκφράσεις που εντάσσονταν στο πλαίσιο της μεγάλης παράδοσης του αμερικανικού τραγουδιού» και «διεύρυνε τις ποιητικές δυνατότητες του τραγουδιού». Αλλά μήπως και η αναγόρευση του Διονύση Σαββόπουλου σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 2017 δεν κινείται προς την ίδια κατεύθυνση; Ήθελα, λοιπόν, να θέσω στο επίκεντρο της μελέτης των τραγουδοποιών τον λόγο τους, όχι τη ζωή τους, να σχεδιάσω μια ποιητική βιογραφία τους. Το βιβλίο αυτό δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια φιλολογική μονογραφία για τους στίχους του Σωκράτη. Αυτό το ξεκαθαρίζει και ο υπότιτλός του: πρόκειται για ένα «σχεδίασμα ποιητικής βιογραφίας του Σωκράτη Μάλαμα». Το βιβλίο εκκινεί από τους στίχους του Μάλαμα, αλλά διευρύνει την οπτική του, με τη συνέργεια και του ίδιου του Σωκράτη, εξετάζοντας αφενός αρκετές άλλες πτυχές του συνολικού του έργου και αφετέρου ζητήματα σχετικά με το ελληνικό τραγούδι ευρύτερα.;
Ως πλαγιότιτλος του βιβλίου είναι πάντως πρωτοεμφανιζόμενος, αλλά σχετικός με τις προθέσεις του συγγραφέα. Ποιες είναι λοιπόν αυτές;
Πράγματι, δεν είναι λίγοι αυτοί που θα αναρωτηθούν προς τι αυτό το βιβλίο. Μπορείς να ξεχωρίσεις τους στίχους από τη μελωδία στη σύνθεση ενός τραγουδοποιού; Το πρώτο ερώτημα που ίσως προκύψει. Είναι η στιχουργία ποίηση; Αυτά είναι δύο μόνο από τα πρώτα ερωτήματα που εύλογα ανακύπτουν όταν προσεγγίζεις το έργο ενός τραγουδοποιού μελετώντας τους στίχους του. Θεωρώ ότι ο λόγος των τραγουδοποιών είναι σπουδαίος, και ναι, ασφαλώς και υπάρχει μια σύνδεση με το προηγούμενο βιβλίο στο οποίο μελετώ τους στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Πάντως, το μόνο σίγουρο είναι ότι τελικά δεν περιοριζόμαστε μόνο στους στίχους! Πρόκειται ίσως για μια ευκαιρία τόσο οι υποψιασμένοι όσο και οι νεότεροι ακροατές του να ενώσουν τα θραύσματα του έργου του αποκτώντας μια συνολικότερη εικόνα του. Δεν έχουμε εδώ την έκδοση απάντων του ποιητικού του corpus, ούτε η ανάλυση που επιχειρείται είναι εξαντλητική. Αυτές ήταν οι προθέσεις μου.
Οι τραγουδοποιοί για τους οποίους θέλησες να γράψεις ειδικής θέασης βιογραφία έχουν αφήσει την αίσθηση πως φέρνουν τον νέο ακροατή κοντά την παράδοση. Τούτο λένε ότι γίνεται άλλοτε με προσωπικό ύφος στην προσέγγιση του ρεμπέτικου ή του λαϊκού (Μάλαμας) είτε με παραδοσιακούς ήχους (Παπακωνσταντίνου) με λαούτο, λύρα κ.ά. Ποια είναι η δική σου άποψη;
Ο χρόνος επιβεβαιώνει ότι τα τραγούδια του Μάλαμα κινητοποίησαν και κινητοποιούν αποτελεσματικά τη σκέψη και τα συναισθήματα των ακροατών τους. Οι στίχοι του έχουν λογοτεχνική αξία (κι αυτό ισχύει σε κάποιο βαθμό και για άλλους τραγουδοποιούς), συγκεφαλαιώνουν εικόνες, ώριμες και διεισδυτικές σκέψεις για βιώματα και υπαρξιακές αγωνίες. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον Θανάση, ναι, σίγουρα, στον Θανάση υπεισέρχεται περισσότερο η δημοτική παράδοση, ενώ στον Σωκράτη η λαϊκη διάσταση των τραγουδιών.
Πηγαίνεις τακτικά σε συναυλίες του Σωκράτη Μάλαμα;
Τακτικότατα.
Υπάρχει κάτι ποιητικό στην ατμόσφαιρα που αναδίδουν αυτές οι συναυλίες;
Η σύνθεση ενός τραγουδιού προϋποθέτει, ούτως ή άλλως, να σκέφτεσαι, αλλά και να αφηγείσαι στον εαυτό σου κάποιες σκηνές. Είναι ένας εσωτερικός διάλογος, παράλληλα, όμως, το τραγούδι έχει τη δική του ενέργεια. Όλα αυτά αποτυπώνονται στις συναυλίες του, που δεν έχουν χάσει τίποτα –ίσα ίσα το αντίθετο– από την ποιοτική αύρα του παρελθόντος.
Η κοινωνική κριτική που ασκεί ο δημιουργός με όχημα το τραγούδι και ο τρόπος που γίνεται, τι ιδιαιτερότητες παρουσιάζει στην περίπτωση του Μάλαμα;
Δεν θα περιόριζα την οπτική μου μόνο στην κοινωνική κριτική. Οι στίχοι του Σωκράτη Μάλαμα είναι υπαινικτικοί, σε βαθμό που, διαβάζοντάς τους, εντοπίζεις όχι ένα, αλλά πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Χαρακτηρίζονται από δωρική απλότητα, υπαρξιακή αγωνία και έντονο κοινωνικό προβληματισμό. Άλλοι στίχοι του είναι πιο βιωματικοί, στο επίκεντρό τους, όμως, είναι πάντα ο άνθρωπος. Κάποιες φορές οι μπαλάντες του αποτυπώνουν κοινωνικές αγωνίες, μολονότι τα τελευταία χρόνια τα συλλογικά οράματα δεν έχουν τη δυναμική του παρελθόντος. Η αποστροφή του για τη μεγαλούπολη είναι ακόμη μία βασική παράμετρος που καταγράφεται, πολλές φορές μάλιστα με βιωματικούς στίχους, σε πολλά από τα τραγούδια του τα οποία καταδεικνύουν επιτυχώς την αποξένωση στις καθημερινές σχέσεις. Άλλα τραγούδια του μιλούν για διαψεύσεις, αδιέξοδα, κοινά όνειρα, ενίοτε μάλιστα με μια μεταφυσική διάσταση που ξεπερνά την ατομική εμπειρία.
Τι έμαθες και τι σου αποκάλυψαν οι συζητήσεις μαζί του;
Συνάντησα έναν ευφυέστατο και εξαιρετικά διαβασμένο άνθρωπο. Ό,τι αποκαλύφθηκε στις συζητήσεις που κάναμε περιέχεται στο βιβλίο.
Με αφορμή τον στίχο «Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…» ρώτησες τον Σωκράτη για τη σχέση του με τα παραμύθια. Ποια είναι αυτή;
Θεωρώ –το παραδέχεται, άλλωστε έμμεσα και ο ίδιος στο βιβλίο– ότι έχει τη σπάνια ικανότητα να φτιάχνει ιστορίες από το μηδέν.
Στέκει κατά τη γνώμη σου η ερώτηση «Σε ποιον ποιητή είναι πιο κοντά ο Σωκράτης»; Αν ναι, θα ήθελα και την απάντηση.
Έχει τρυγήσει, νομίζω, από πολλές πηγές. Έχει, όμως, το σπάνιο χάρισμα να είναι υβριδικός και πρωτότυπος στη σύνθεση.
Για ποια πράγματα αγάπησε τον Μάλαμα η γενιά Z και ειδικά οι εικοσάρηδες. Τι μπορεί να τους λέει;
Νομίζω επειδή οι στίχοι του Σωκράτη Μάλαμα δεν έχουν ανάγκη από διαμεσολάβηση, είναι στίχοι με έντονο κοινωνικό προβληματισμό και ανθρωποκεντρικό στίγμα, τους τρέφει η κοινωνική παρατήρηση. Όλα αυτά δεν έχουν ηλικία. Ο Σωκράτης, επίσης, γράφει τραγούδια που μοιάζουν με ανθρώπινες ιστορίες. O στίχος και η μουσική στα τραγούδια του συμπλέκονται ιδανικά, συνταιριάζονται αρμονικά, άλλες φορές η αρχή προκύπτει από μια λέξη, μια φράση που θα οδηγήσει σε μια μελωδία, κι άλλες φορές πάλι συμβαίνει το αντίθετο. Ούτε αυτό το χάρισμα νομίζω ότι σχετίζεται με ηλικία, γι’ αυτό τα τραγούδια του «μιλούν» ακόμη και στους εικοσάρηδες.
Θα συνεχίσεις τα σχεδιάσματα ποιητικών βιογραφιών;
Θα ήθελα μελλοντικά να ολοκληρωθεί μια τριλογία.
Υπάρχει διάθεση στους νέους να διαβάσουν βιογραφίες και να ψάξουν βαθύτερα το όραμα, το έργο και τις περιπέτειες του βίου των ειδώλων τους;
Από ό,τι δείχνει η ανταπόκριση των αναγνωστών το ενδιαφέρον είναι μεγάλο, αυτό το είχα διαπιστώσει και σε σχέση με το βιβλίο για τον Θανάση. Εμένα με ενδιαφέρει, βέβαια, το έργο των δημιουργών, ο λόγος τους, εκεί επικεντρώνομαι.
Πώς ελπίζεις να «διαβαστεί» αυτό το σχέδιο που εισάγεις; Ως μια πρόταση βαθύτερης γνώσης του καλλιτέχνη ή ως ένα είδος ποιητικής συνομιλίας;
Αυτό θα μας το πουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες ύστερα από την ανάγνωση του βιβλίου. Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, αναλογίστηκα, πάντως, ακόμη μία φορά, διαβάζοντας τους στίχους του Σωκράτη ως σύνολο, ότι ο κόσμος είναι τελικά φτιαγμένος από λέξεις· κάτι που συμβαίνει και δε λέγεται παύει να υπάρχει και χάνεται. Τα τραγούδια του, αλλά και οι συναντήσεις που είχα μαζί του, με έκαναν επίσης να συνειδητοποιήσω ότι δε γίνεται να αφηγηθούμε τις ανθρώπινες εμπειρίες χρησιμοποιώντας μόνο ρεαλιστικά μέσα. Η σύνθεση ενός τραγουδιού προϋποθέτει να σκέφτεσαι, αλλά και να αφηγηθείς στον εαυτό σου κάποιες σκηνές. Είναι ένας εσωτερικός διάλογος, παράλληλα, όμως, το τραγούδι έχει τη δική του ενέργεια. Ένα είναι σίγουρο: ο Μάλαμας συγκαταλέγεται στους δημιουργούς, συνθέτες, τραγουδοποιούς, ποιητές και στιχουργούς στους οποίους οφείλουμε τη συνέχεια του έντεχνου τραγουδιού.
Τι νομίζεις ότι κάνει τον στίχο ενός τραγουδιού να διαβάζεται σαν ποίημα; Είναι το ύφος, η αλήθεια ή κάτι άλλο;
Σίγουρα ένα τραγούδι «καθιερώνεται» σε αυτό που θεωρούμε συλλογικό ασυνείδητο τόσο με τον στίχο όσο και με τη μουσική του, ως σύνολο, ωστόσο πιστεύω, χωρίς να υποτιμώ την αξία της μελωδίας, πως ο στίχος είναι αυτός που «εισβάλλει» πιο δυναμικά στις κοινωνικές ομάδες, τους δίνει συνοχή με κάποιον τρόπο, έχοντας ως όχημα τα κοινά οράματα, τις εμπνευσμένες ιδέες ή και τα συναισθήματα.
«Αν παρακολουθήσει κανείς τη μουσική διαδρομή του Σωκράτη, αποκομίζει την αίσθηση ότι, παρά τις όποιες διαφορές, υπάρχει μια αμετάβλητη σταθερά από την εποχή ακόμη που κυκλοφόρησαν οι Ασπρόμαυρες ιστορίες, η πρώτη του ολοκληρωμένη δισκογραφική κατάθεση. Υπάρχει η ίδια συγκίνηση, η συναισθηματική συνάφεια που προκύπτει ανάμεσα σε μουσική και στίχο. Τα τραγούδια του εμπνέονται από τα κοινά μας όνειρα, τις συναισθηματικές μας ιδιαιτερότητες, τις πάσης φύσεως απώλειες, τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την ψευδαίσθηση· την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, της επιτυχίας, αλλά και του πλούτου. Δανείζονται στοιχεία από τη λαϊκή μουσική (πόσες φορές δεν έχουμε διαπιστώσει!), αλλά και από τη ροκ και την τζαζ, σε συνθήκες απόλυτης καλλιτεχνικής ελευθερίας. Παντρεύοντας τη λαϊκή μουσική –θεωρώ, ούτως ή άλλως, πως ο Μάλαμας εκπροσωπεί σήμερα το λαϊκό τραγούδι, ή μάλλον είναι το λαϊκό τραγούδι– με τον ποιητικό λόγο, εγκαινίασε μια νέα εποχή στον χώρο της ελληνικής τραγουδοποιίας. Σε σχέση με το λαϊκό τραγούδι, μου τόνισε ότι το λαϊκό ιδίωμα το λάτρευε».
«Οι στίχοι του, που αποστρέφονται την ύλη, την περίοδο ακριβώς που τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από την ύλη και το ατομικό εγώ, κινούνται στο όριο ανάμεσα στο κοινωνικό και στο ατομικό. Φτιάχνει ιστορίες από τα θραύσματα της καθημερινότητας, ενστερνίζεται τον κοινωνικό προβληματισμό, χρησιμοποιώντας λεξιλόγιο που σχηματίζει το κοινωνικό απροσδιόριστο. Καυστικός και εύστοχος, κινηματογραφικός κάποιες φορές, ο Μάλαμας δημιουργεί, στην πραγματικότητα, ακουστικές εικόνες μέσω των στίχων του. […] Οι στίχοι του Μάλαμα βρίσκονται πάντα σε διάλογο με την πραγματικότητα της εποχής, ενώ έντονος είναι συχνά και ο αυτοσαρκασμός. Πάντα με γλώσσα άμεση και ζωντανή, διαμορφώνει τάσεις, εμπνέει αντιδράσεις, ενίοτε πλάθει και συνειδήσεις. Κι αυτό γιατί, όπως ήδη τονίσαμε, το βλέμμα του Μάλαμα είναι διεισδυτικό, ο στίχος του, ιδιαίτερα αιχμηρός, καυτηριάζει τις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, αντικατοπτρίζει σκέψεις, συναισθήματα, και αποτυπώνει πολλαπλές εκφάνσεις της κοινωνικής πραγματικότητας».