Δεκαετίες μετά τη δημιουργία ενός έργου που καθόρισε την ιστορία της φωτογραφίας στην Ελλάδα, ο Γιάννης Δήμου επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, όχι απλώς για μια αναδρομική έκθεση, αλλά για μια κατάθεση ψυχής. Ο διεθνώς αναγνωρισμένος John Demos, ο άνθρωπος που γεφύρωσε την «Ελλάδα που χάνεται» με το κύρος του πρακτορείου Magnum, ξετυλίγει στη στοά Καρίπη το νήμα μιας μυθιστορηματικής ζωής. Μέσα από τη συζήτησή μας, η επιστροφή του μετατρέπεται σε μια διεισδυτική ανατομία της μνήμης και της τέχνης, υπενθυμίζοντας πως, σε μια εποχή ψηφιακού κορεσμού, το βλέμμα παραμένει η μόνη αληθινή εμπειρία ζωής.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη ζωγραφική. Το 1976 δημοσίευσε την πρώτη του μονογραφία με τίτλο Η Ελλάδα που Χάνεται. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ξεκίνησε να δουλεύει τη σειρά Πανηγύρια, η οποία παρουσιάστηκε σε φεστιβάλ και κέντρα φωτογραφίας ανά την Ευρώπη. Το 1979, μαζί με άλλους τέσσερις φωτογράφους, δημιούργησε το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών. Το 1988 σύστησε την Apeiron Photos, αντιπροσωπεύοντας στην Ελλάδα σημαντικά φωτογραφικά πρακτορεία. Έχει επιμεληθεί εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ έργα του υπάρχουν σε συλλογές στο Παρίσι, το Τόκιο, τις Η.Π.Α.
Το 1975 κατέγραψε, με μυστικιστική και υπερβατική ασπρόμαυρη αισθητική, τα πανηγύρια στο Πάπιγκο και τα υπόλοιπα Ζαγοροχώρια. Έτσι προέκυψε η έκθεση Panigiria, που φιλοξενείται στη Θεσσαλονίκη, μετά από στάσεις σε πόλεις όπως η Αρλ, το Λονδίνο και η Σόφια. Η έκθεση ξεκίνησε να δουλεύεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και έπειτα παρουσιάστηκε σε φεστιβάλ και κέντρα φωτογραφίας ανά την Ευρώπη. Με αφορμή αυτήν έχουμε βρεθεί για μία συζήτηση, που σύντομα κατέληξε σε αφήγηση ζωής…
Γεννημένος το 1944 στη Θεσσαλονίκη, λοιπόν… Πώς ήταν να μεγαλώνετε εδώ;
Σωστά. Είχα πολύ όμορφη παιδική ηλικία. Τα πρώτα χρόνια ζούσαμε οικογενειακώς στο Σέδες με τον παππού και τη γιαγιά, και μετά τα 7 μου περίπου μεταφερθήκαμε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου είχε λεωφορείο δικό του κι έκανε δρομολόγια μπρος-πίσω. Κι εγώ θυμάμαι να ανεβαίνω παιδάκι και να ακούω τον εισπράκτορα: «Εισιτήριααα!». Θυμάμαι επίσης να πηγαίνουμε παραέξω, σε μια ταβέρνα στον λόφο, όπου τα βράδια υπήρχε μουσική και χορεύανε οι άνθρωποι, τρώγαν, πίναν. Είχε γιρλάντες με φώτα από πάνω, κι άμα είχε ξαστεριά, μπορούσες να δεις τον Όλυμπο απέναντι.
Από την Απελευθέρωση έχετε μνήμες;
Όχι πολλές. Μόνο ότι οι δικοί μου με είχαν κρύψει νεογέννητο στην κουζίνα, γιατί στον λόφο απέναντι οι Γερμανοί έκαναν ρίψεις και βρέθηκαν αδέσποτες σφαίρες στο σπίτι μας. Μου είχαν πει, επίσης, πως ο παππούς στο Σέδες αναγκάστηκε να κρύψει αντάρτες για ένα διάστημα στα κελάρια του σπιτιού μας, κάτω από τα βαρέλια. Ήταν τότε στα τελειώματα ο πόλεμος.
Αργότερα, μέσα στη Θεσσαλονίκη, πώς ήταν;
Μέναμε στην Ανάληψη, στην οδό Μπότσαρη. Υπήρχε εκεί μια ταβέρνα όπου έπαιζε μπουζούκι ο Τσιτσάνης και πηγαίναμε με τον μπαμπά. Είχε χώμα τότες και περνούσε απ’ έξω με το κάρο του ένας πωλητής, γανωτής, τι να ήταν; Μια παράγκα ουσιαστικά με λίγο φως. Μεγάλος την αναζήτησα, αλλά φυσικά δεν υπάρχει πια.
Θυμάμαι και μια γριά να περπατά στη Μπότσαρη και να φωνάζει: «Μπάμιες!». Περπατούσε στη μέση του δρόμου, καθώς δεν περνούσαν σχεδόν καθόλου αυτοκίνητα τότες. Στον δρόμο πάνω, απέναντι από το σπίτι της θείας μου, υπήρχε κι ένα εβραϊκό σπίτι, και πηγαίναμε το Σάββατο να ανάψουμε εμείς φωτιά για να μπορέσουν να μαγειρέψουν, επειδή η θρησκεία τους δεν τους επέτρεπε να κάνουν καμία εργασία εκείνη τη μέρα. Και κάτω, στη συμβολή με τη Βασιλίσσης Όλγας, υπήρχε ένα μεγάλο, θυμάμαι, σπίτι που είχε μέσα παγώνια!
Κάποια στιγμή φύγατε για Αμερική. Ήταν οικογενειακή απόφαση;
Ναι. Το αποφάσισαν οι δικοί μου. Ο αδερφός του πατέρα μου ήταν ήδη στο Σινσινάτι και του ’λεγε: «Γιατί κάθεσαι εκεί; Έλα δω. Έχει τόσες ευκαιρίες!». Ο μπαμπάς μου πείστηκε και πούλησε το λεωφορείο, για τα πρώτα μας έξοδα. Πήγε κι έκανε συνάλλαγμα σ’ έναν Εβραίο σαράφη κάπου στο κέντρο. Δεν θα ξεχάσω πόση εντύπωση μού ’κανε εκείνο το καταγώγιο. Έβγαζε μια αίσθηση πολύ μυστηριώδη! Φύγαμε οι γονείς μας και εγώ με τον αδερφό μου, τον Στέλιο. Δέκα χρονών εγώ, έξι αυτός. Πήραμε το τρένο από Θεσσαλονίκη για Γένοβα μέσω Γιουγκοσλαβίας, και από κει πήραμε καράβι. Περίπου δέκα μέρες κάναμε να φτάσουμε.
Πώς ήταν η προσαρμογή;
Πήγαμε, βρήκαμε το θείο μου στο Σινσινάτι με αρκετές ελπίδες, αλλά τελικά ο πατέρας μου έπαθε ζημιά. Πούλησε το λεωφορείο για ένα κομμάτι ψωμί και βρέθηκε σε μια ξένη χώρα, μη γνωρίζοντας γρι αγγλικά. Ο αδελφός του δεν προθυμοποιήθηκε ιδιαίτερα να τον βοηθήσει. Κατέληξε να καθαρίζει αυτοκίνητα για να μας ζήσει και τελικά μας πήρε και πήγαμε στο Σικάγο. Εκεί γεννήθηκε και η αδερφή μας, το τρίτο παιδί της οικογένειας.
Εσείς πότε καταλάβατε την κλίση σας στη φωτογραφία;
Δεν μπορώ να σου πω ακριβώς… Θυμάμαι, όμως, από παιδί ότι μου έμεναν συγκεκριμένα στιγμιότυπα. Ας πούμε, οι γιορτές στο σχολείο που πήγαινα, στη Δελφών, οι χοροί και τα φώτα στις ταβέρνες που ανέφερα. Είχα μία αγάπη για την ποιητικότητα που μπορεί να κουβαλά μία στιγμή φωτογραφικά αποτυπωμένη.
Φωτογραφική μηχανή πότε πιάσατε στα χέρια σας;
Το 1959. Ο πατέρας μου είχε ακουστά ότι οι Leica είναι καλές κάμερες και αγόρασε μία Μ3, για να μας φωτογραφίζει και να μας στέλνει στους συγγενείς πίσω στην Ελλάδα. Αυτή η κάμερα ήταν πολύ προηγμένη και είχε μεγάλη απήχηση. Άρχισα, λοιπόν, να καταπιάνομαι μαζί της.
Κάτι άλλο που να θυμάστε από εκείνα τα χρόνια στις ΗΠΑ;
Το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών είχε φουντώσει και στο Σικάγο. Εγώ ήμουν δραστήριος στο πανεπιστήμιο, προς Αριστερά. Μου έλεγε ο πατέρας μου: «Τι τραβάς φωτογραφίες τους μαύρους;». Υπήρχε ο ρατσισμός στους Ελληνοαμερικάνους. Εγώ, όμως, πήγαινα και σε διαδηλώσεις τους, με άλλους «ανήσυχους» φοιτητές. Φοβόμουν, βέβαια, να τραβάω φωτογραφίες μέσα στο πλήθος. Υπήρχαν, γενικά, μικροεντάσεις μεταξύ των μειονοτήτων. Αγόραζαν, π.χ., οι Αφροαμερικάνοι σπίτια στη δική μας περιοχή και αισθάνονταν οι Έλληνες μία κάποια καχυποψία. Αντίστοιχα και με τους Ισπανόφωνους. Εγώ σύντομα έμαθα άπταιστα τ’ αγγλικά. Και στην πρώτη Γυμνασίου, σχεδόν με μαχαίρωσε ένας Ισπανός για ανόητη αιτία. Το είδα σαν μήνυμα ότι προσπαθούν να μαρκάρουν την περιοχή τους, ότι δεν θα ανεχτούν κάποιον ξένο να έχει τα πρωτεία αυτός στο σχολείο. Εκεί φοβήθηκαν οι δικοί μου και σκέφτηκαν μήπως έπρεπε να με στείλουν με το Στέλιο στην Ελλάδα να τελειώσουμε το Γυμνάσιο, για να κρατήσουμε επαφή και με τις ρίζες μας.
Μας έστειλαν τελικά στο Ανατόλια. Έκατσα εκεί οικότροφος τρία χρόνια, ήταν πολύ ωραία. Ήταν εκεί και το Pinewood, το αγγλικό σχολείο, κι έγινα φίλος με τα παιδιά του Αμερικανού πρόξενου, του Ιταλού πρόξενου κτλ. Αυτός ο τελευταίος έκανε φοβερά πάρτι στο παλιό Ιταλικό Προξενείο, στην Οικία Σάλεμ στη Βασιλίσσης Όλγας! Χορεύαμε τσάρλεστον, που ήταν της μόδας τότες. Μετά το σχολείο, το 1962, ξαναγύρισα Αμερική για σπουδές, στο University Of Chicago.
Εκεί, λοιπόν, ζήσατε κάτι πολύ συνταρακτικό;
Δεν θα το ‘λεγα. Εξάλλου, ως φοιτητής είχα πολύ απαιτητικές σπουδές και ο χρόνος ήταν λίγος. Το πανεπιστήμιό μου, όπως όλα στην Ανατολική Ακτή, ήταν από τα σημαντικότερα στην Αμερική. Γενικά, ήμουν καλός στα μαθηματικά. Στο Ανατόλια ο καθηγητής που έκανα ιδιαίτερα μού έδωσε να διαβάσω ένα βιβλίο συγκλονιστικό, το The Mysterious Universe του Sir James Jeans, ενός Βρετανού φυσικού. Αυτό το βιβλίο μ’ έκανε να καταλάβω ότι με τα μαθηματικά θα μπορώ να συλλάβω έννοιες και φαινόμενα μεγάλου μεγέθους, πώς λειτουργεί ο κόσμος.
Όμως, στο πανεπιστήμιο κατάλαβα ότι τα μαθηματικά μου δεν επαρκούσαν για το επίπεδο που ήλπιζα. Το καλό είναι ότι το πρόγραμμα σπουδών μάς μόρφωνε σφαιρικά. Είχα την τύχη να διδαχθώ Ιστορία της Τέχνης από δύο υπέροχους ανθρώπους. Ενθουσιάστηκα. Έκανα και μεταπτυχιακό στην Καλών Τεχνών, πάνω στη ζωγραφική, με πτυχιακή έκθεση πάνω στη φωτογραφία, με τίτλο Through a Train Darkly. Είχα βρει πια την κλίση μου.
Το 1968 γυρνάτε μόνος οριστικά στην Ελλάδα, μέσα στη Δικτατορία. Πώς ήταν αυτό και γιατί το αποφασίσατε;
Ήταν λίγο παράξενα, διότι ήμουν και δραστήριος πολιτικά στο Πανεπιστήμιο, όπως είπα. Είχα πάρει πλέον αμερικανικό διαβατήριο. Ήμουν Αμερικανός. Άρα, μπορούσαν να με καλέσουν στον πόλεμο του Βιετνάμ. Εκεί που μέναμε είχε βρει ο πατέρας μου κάτι Έλληνες από το Σέδες, και του λένε: «Ρε Γιώργο, θες να πάει το παιδί σου εκεί πέρα; Καλύτερα να γυρίσει στην Ελλάδα και να εξαγοράσει την ελληνική θητεία ως κάτοικος εξωτερικού». Δούλεψα ταμίας το καλοκαίρι σε ένα καλό ξενοδοχείο, μάζεψα χρήματα και γύρισα.
Με τι τρόπο;
Τότες τα ‘χα με μία φοιτήτρια Αρχαιολογίας, την Judith, που θα ερχόταν στην Ελλάδα για ανασκαφές. Πέταξα Λουξεμβούργο και μετά πήγα με το τρένο Φλωρεντία. Κι εκεί την πετυχαίνω τυχαία σ’ ένα μουσείο μέσα! Ο αδερφός της είχε ένα Φιατάκι 500 και με πήραν να με κατεβάσουν Ελλάδα. Όμως, στο μεταξύ τα χαλάσαμε και της είπα: «Άσε με Θεσσαλονίκη, στα τρένα». Πήγα βρήκα τη θεία μου στο Βόλο και κάναμε τα χαρτιά για την εξαγορά.
Στο μεταξύ γνωρίσατε και τη σύζυγό σας, την Bernandine;
Αυτό έγινε το 1971. Εγώ πλέον έμενα στην Αθήνα και δίδασκα αγγλικά στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Μια μέρα, με πήραν κάτι φίλοι της Judith και μου είπαν πως διδάσκουν στο Ανατόλια και κάνουν ένα reunion party. Στο μεταξύ, η Bernandine είχε σπουδάσει εργοθεραπεία και βρέθηκε εδώ από την Ολλανδία για να διδάξει ένα workshop στο Ψυχολογικό Κέντρο Βορείου Ελλάδος.
Την πετυχαίνω, λοιπόν, σ’ αυτό το πάρτι! Φορούσε μια ωραία εσάρπα και κάτι άσπρες μπότες δερμάτινες ως εδώ απάνω. Κι εγώ φορούσα κάτι μπότες κρητικές, μου τις είχε φτιάξει ένας τσαγκάρης το προηγούμενο καλοκαίρι στην Κρήτη. Το πρώτο μας «κονέ» μάς το ‘καναν αυτές οι μπότες. Πιάσαμε τα λόγια, μιλούσαμε ασταμάτητα για ώρες και… τσακ! Δέσαμε. Κατέβηκε στην Αθήνα και είπαμε κάποια στιγμή να παντρευτούμε. Μόνο θρησκευτικός γάμος υπήρχε κι έπρεπε να βαπτιστεί Ορθόδοξη. Εγώ είχα έναν πολύ αξιόλογο φίλο από Κέρκυρα, που δέχτηκε να τη βαφτίσει. Και για μήνα του μέλιτος πήραμε ένα μικρό Alfa Romeo και γυρίσαμε όλη την Ελλάδα.
Έχετε ταξιδέψει πολύ γενικά;
Ναι, πολύ. Πήγαινα στοχευμένα σε έναν προορισμό για να φωτογραφίσω. Έχω πάει καλοκαίρι, ας πούμε, με τον ξακουστό Τσέχο φωτογράφο, Josef Koudelka, που είναι και φίλος μου, στην Τήνο και την Κάρπαθο. Κοιμόμασταν με τα σακίδια έξω, κοντά σε κάποιο απόμερο εκκλησάκι κτλ., και τραβούσαμε ό,τι μας έκανε εντύπωση από τις θρησκευτικές τελετουργίες. Τέτοιες φωτογραφίες μπορεί να βρει κανείς στη σειρά μου «Σκιές Σιωπής». Τις προάλλες θυμόμασταν με την Bernandine που είχαμε πάρει ένα βανάκι υδρόψυκτο και γυρίσαμε όλη την Τουρκία με τα τρία μας παιδιά, μέχρι το Ιράν. Έχω και από εκεί αξιόλογο φωτογραφικό υλικό.
Ας έρθουμε και στη σειρά Panigiria, που γεννήθηκε ενώ περνούσατε τα καλοκαίρια στο Πάπιγκο. Πώς βρεθήκατε πρώτη φορά στο χωριό;
Μας το πρότεινε ο φίλος μου από Κέρκυρα, που είχε σπίτι εκεί. Πήγαμε και μας μάγεψε. Τα βάλαμε κάτω κι είπαμε: «Δεν έχουμε λεφτά να αγοράσουμε σπίτι στην Αθήνα. Εξάλλου, γιατί να κλείσουμε τα παιδιά μας στο διαμέρισμα;». Προτιμήσαμε, λοιπόν, να πάρουμε εξοχικό στο Πάπιγκο και να πηγαίνουμε εκεί. Βρήκαμε ένα σπίτι εκπληκτικό του 1875 με ξύλινα ταβάνια. Το φτιάξαμε και πηγαίναμε τα καλοκαίρια.
Και αρχίσαν οι ντόπιοι να σας πλησιάζουν;
Όχι απλώς να μας πλησιάζουν. Μας αγάπησαν! Φανταστείτε, η Bernandine πήγαινε στους Σαρακατσάνους να της μάθουν να υφαίνει. Εγώ ανέβαινα στα βουνά και τους φωτογράφιζα.
Και η έφεση στα πανηγύρια; Σας ενδιέφερε απλώς να τα καταγράψετε ή βρήκατε σε αυτά την ποιητικότητα που μας είπατε πριν;
Και τα δύο. Ήταν πολύ δυνατές οι στιγμές. Οι ντόπιοι μαζεύονταν βράδια, σε ανοιχτούς χώρους επιβλητικούς. Στο Πάπιγκο, η κεντρική πλατεία είναι εκεί που τελειώνει η χαράδρα του Βίκου και αντιλαλεί η μουσική μέσα στη χαράδρα. Δεν μπορείς να κοιμηθείς. Τα όργανα παίζουν μέχρι τα ξημερώματα, μέχρι να βγει ο ήλιος. Ο χορός τους είναι δυναμικός. Τα τραγούδια και τα κλαρίνα είναι καταπληκτικά. Έχει κάτι το μεγαλειώδες και μυστηριώδες η όλη κατάσταση. Είναι μαγικά!
Θέλω να αποτυπώσω το θολό, το εφήμερο. Αλλά κυρίως, κι αυτό είναι το δύσκολο, θέλω να γεννήσω στον θεατή την αίσθηση μιας διαδρομής προς το μυστικιστικό Ο Γιάννης Δήμου για τη σειρά Panigiria, σε συνέντευξή του στον Mark Mallett (1986).
Τώρα θα σας πάω περίπου πέντε χρόνια μετά, στο Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών που δημιουργήσατε με άλλους συναδέλφους σας το 1979.
Αυτό ήταν ο πρώτος οργανωμένος χώρος για φωτογραφία στην Ελλάδα. Είχα βγάλει ήδη το 1976 το φωτογραφικό λεύκωμα Η Ελλάδα που Χάνεται, το πρώτο στο είδος του στην Ελλάδα. Το ‘χα τυπώσει στην Ασπιώτη-ΕΛΚΑ σε duotone. Και είχα κάνει και έκθεση στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Στο σπίτι μου τότες μαζευόμασταν πέντε φωτογράφοι και συζητούσαμε πολύ πώς να προχωρήσουμε τη φωτογραφία στην Ελλάδα: εγώ, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Δεπόλλας, ο Κωστής Αντωνιάδης κι ο Στέφανος Πάσχος. Ψάχναμε για χώρο και είχαμε πει να βάλουμε όλοι κάποια χρήματα. Τελικά, εγκατασταθήκαμε στην οδό Σίνα, δίπλα από το Γαλλικό Ινστιτούτο. Έγιναν κάποιες σημαντικές εκθέσεις φωτογράφων όπως ο Sebastião Salgado, ο Willy Ronis και ο Joan Fontcumberta, μαζί με νέους καλλιτέχνες, και ο κόσμος άρχισε να έρχεται για να απολαύσει τη φωτογραφία σαν μορφή τέχνης πλέον.
Μετά από τρία-τέσσερα χρόνια υπήρχαν κάπως τριβές με άλλα μέλη του Κέντρου και ήταν λίγο δύσκολο να συνεισφέρω οικονομικά στο Φωτογραφικό Κέντρο. Είχε αρχίσει πλέον η δουλειά μου να ανεβαίνει και στο εξωτερικό και έπρεπε να την κυνηγάω περισσότερο. Πήγα και για έναν χρόνο στην Αγγλία με sabbatical. Το συζήτησα με την Bernandine και αποφάσισα να πάρω ένα εφάπαξ και να αφήσω τη διδασκαλία, μαζί και με τη συμμετοχή μου στο Φωτογραφικό Κέντρο.
Πάντως, πρέπει να σας άρεσε πολύ να διδάσκετε…
Πράγματι. Ήμουν στο American Community Schools για 17 χρόνια και δημιούργησα και μαθήματα τα οποία δεν υπήρχαν καν στο πρόγραμμα. Theory of Knowledge, Humanities, ιστορία Τέχνης, ζωγραφική, μέχρι και σκοτεινό θάλαμο. Αλλά ένιωσα πως είχε τελειώσει για μένα όλο αυτό. Στο μεταξύ, με γνώρισαν και στο ξακουστό διεθνές πρακτορείο Magnum, μέσω του Koudelka. Με κάλεσε να πάω να τον βρω στο Παρίσι, όπου έμενε, και καταλήξαμε να κοιμόμαστε στα γραφεία του πρακτορείου, στο πάτωμα!
Το πρακτορείο είχε θέματα τότε με τα ελληνικά ΜΜΕ, γιατί παίρναν φωτογραφίες χωρίς να πληρώνουν πνευματικά δικαιώματα. Μου πρότειναν, λοιπόν, να γίνω αντιπρόσωπος και να πληρώνομαι για λογαριασμό τους, κρατώντας ένα ποσοστό. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 τα περιοδικά ήταν σε άνθηση, και μαζί τους οι ολοσέλιδες φωτογραφίες. Γνώρισα όλους τους εκδότες, τις διαφημιστικές της εποχής.
Και έτσι στήσατε την Apeiron το 1988;
Ναι. Σιγά-σιγά, φτάσαμε τα 20 άτομα προσωπικό. Μέχρι που έσκασε η κρίση. Πολλά περιοδικά φαλήρισαν. Καθυστερούσαν πληρωμές, άφηναν απλήρωτες επιταγές… Πάθαμε αμόκ! Κοντέψαμε να χάσουμε το σπίτι μας. Με παίρναν τηλέφωνο πολύ ονομαστοί εκδότες και απαιτούσαν να τους βρω φωτογραφίες π.χ. της Μαντόνα μέσα σε λίγες ώρες. Το έκανα και μετά εξαφανίζονταν χωρίς να πληρώσουν δραχμή. Είδαμε από μέσα κι απ’ έξω το ελληνικό σύστημα, λοιπόν…
Τουλάχιστον, είχαμε τη χαρά να μαθητεύσουν δίπλα μας πολλά νέα παιδιά πάνω στην τέχνη της φωτογραφίας, που τώρα δουλεύουν σε διάφορα projects και εταιρείες, και τα καμαρώνω.
Αλήθεια, πώς βλέπετε την τέχνη της φωτογραφίας σήμερα, με την τεχνολογία να είναι πολύ πιο προσιτή και τις εικόνες να μας κατακλύζουν πια; Μπορείς, για παράδειγμα, να τραβήξεις το ίδιο τοπίο 15 φορές στη σειρά και μετά το A.I. να σου επιλέξει την καλύτερη λήψη.
Έχει κάνει σίγουρα κακό όλο αυτό. Όταν δίδασκα φωτογραφία, απέτρεπα τους μαθητές μου να τραβούν το ίδιο θέμα πολλές φορές, γιατί έτσι δεν θα μάθαιναν να αξιολογούν τις λήψεις τους και να τις βελτιώνουν. Έχει πέσει πολύ το επίπεδο. Και το άλλο πρόβλημα είναι ότι έχουμε κουραστεί. Μπουχτίσαμε από εικόνες και δεν μπορούμε να εστιάσουμε το μάτι κάπου. Και φυσικά, δεν θα εκτιμήσουμε τη δουλειά ενός καλού φωτογράφου. Στις σημαντικές μας εκδηλώσεις δεν θα προσλάβουμε φωτογράφο. Θα πούμε: «Άσε, θα το τραβήξω εγώ». Και φυσικά, είναι πολύ σημαντικό και το αν θα μπορούμε να ξεχωρίσουμε τι είναι A.I. και τι όχι.
Δύο χρόνια περίπου μετά τη δημιουργία της Apeiron, βρεθήκατε στην Αλβανία, την περίοδο πτώσης του κομμουνιστικού καθεστώτος. Τι σας ώθησε να επισκεφθείτε τη χώρα, σε μια τόσο οριακή στιγμή της;
Κοιτάξτε, είχα την αντιπροσωπεία της Magnum, ήμουν ανταποκριτής για το γαλλικό VU και για κάποια περιοδικά, αλλά περισσότερο με ενδιέφερε να χτίζω δουλειά προσωπική ως φωτογράφος, να μην είμαι φωτορεπόρτερ για άλλους. Στην Αλβανία βρέθηκα πρώτη φορά το ‘90, σε μία οργανωμένη επίσκεψη με λεωφορείο. Είχε πλάκα, γιατί ερίζαν στη διαδρομή αυτοί που στήριζαν το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα και αυτοί που ήταν ενάντια και θέλαν να δουν πώς είχε διαμορφωθεί η κατάσταση μετά το θάνατό του. Μέσα σ’ όλους αυτούς κι εγώ. Έκανα γνωριμίες και τράβηξα κάποιες καλές φωτογραφίες. Είχα ερεθίσματα και έβλεπα ότι έβγαζα δυνατή δουλειά από ταραχές και διαδηλώσεις.
Οπότε, είπατε να ξαναπάτε, με αφορμή και τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα;
Σωστά. Λίγο καιρό μετά, τέλη ‘90 με αρχές ‘91. Ήμουν παρών στις πρώτες ελεύθερες εκλογές που έγιναν στη χώρα, μετά το θάνατο του Χότζα και τη διαδοχή του από το Ραμίζ Αλία. Γινόταν χαμός, ήταν ιστορικές οι στιγμές. Ήμουν εκεί μαζί με καμιά εικοσαριά φωτορεπόρτερ από όλο τον κόσμο. Τι έγινε, όμως; Οι περισσότεροι έβγαλαν φωτογραφίες από τις εκλογές και, αφού τις παρέδωσαν, σηκώθηκαν κι έφυγαν. Εγώ έμαθα ότι υπήρχε αναταραχή στη Σκόδρα, καθώς η νεολαία αντιτασσόταν στα τελευταία σπαράγματα του καθεστώτος, που είχε επικρατήσει και στις εκλογές με το Κόμμα Εργασίας. Ήμουνα τότε με μια Γαλλίδα συγγραφέα, που είχε βρεθεί στη χώρα και παρακολουθούσε τα γεγονότα. Αρχικά ήθελε να πάμε μαζί στη Σκόδρα, αλλά τελευταία στιγμή δίστασε. Εγώ, όμως, επέμεινα και πήγα.
Γιατί δίστασε; Ήταν επικίνδυνα;
Πολύ. Οι αντιδημοκρατικοί και η αστυνομία, που ήταν ακόμα ταγμένη στο καθεστώς, δέρνανε, σκοτώνανε. Όταν έφτασα στην πόλη —ούτε που θυμάμαι πώς—, ήταν βράδυ. Συνάντησα έναν άνθρωπο που μου είπε: «Μην τριγυρνάς και φωτογραφίζεις. Δεν αστειεύονται αυτοί. Έλα να κοιμηθείς σπίτι μου». Λοιπόν, πηγαίνω εκεί πέρα και μαθαίνουμε το άλλο το πρωί ότι σκοτώθηκαν τρεις νέοι δημοκράτες. Όλη η πόλη βγήκε στους δρόμους για την κηδεία. Ποτάμι ο κόσμος! Κάτι παιδιά με σήκωσαν στους ώμους για να απαθανατίσω τη λαοθάλασσα. Έτρεχα από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, να μαζέψω όσο σημαντικότερα στιγμιότυπα μπορούσα.
Και μετά ξεσπάνε οι κάτοικοι, μπαίνουν μέσα στο αστυνομικό τμήμα. Αρχίζουν να καίνε τους φακέλους της Ασφάλειας, που τους είχαν φακελωμένους, και τελικά και το ίδιο το κτίριο.
Εσείς πώς αισθανθήκατε βλέποντας μπροστά σας τόσο έντονα και οδυνηρά γεγονότα;
Προφανώς και υπήρχε φόβος. Όμως, ξες γιατί μπόρεσα και το έκανα; Γιατί το χρωστούσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, που με άφησαν να μπω στα σπίτια τους, στις κηδείες των παιδιών τους και κατάλαβαν ότι ήθελα να δείξω σε όλο τον κόσμο τι περνούσαν. Είπαμε, δεν υπήρχε άλλος φωτογράφος εκείνη τη στιγμή. Σκεφτείτε πως το 2008 με τίμησε ο δήμαρχος της Σκόδρας με το να μου δείξει το άγαλμα που τοποθέτησαν προς τιμήν των τριών νεκρών. Μου είπαν πως χωρίς εμένα δεν θα υπήρχαν ντοκουμέντα αυτών των γεγονότων.
Με τη Θεσσαλονίκη τι σχέσεις έχετε πλέον;
Σχέσεις ανάμνησης και νοσταλγίας σίγουρα, αν και δεν μένω εδώ και πολλές δεκαετίες εδώ. Είναι μεγάλη μου χαρά που βρίσκομαι πάλι στην πόλη με αφορμή μία μου έκθεση. Και εδώ πρέπει να πω ότι το 2003 έλαβε χώρα στο Μουσείο Φωτογραφίας μία από τις πιο άρτιες και ολοκληρωμένες μου εκθέσεις, για τη σειρά «Σκιές Σιωπής».
Θα θέλατε να μας πείτε δύο λόγια και για το Φωτογραφικό Κέντρο Σκοπέλου, στο οποίο υπήρξατε διευθυντής;
Τη δεκαετία του ‘90, επί υπουργίας Σταύρου Μπένου, είχε πέσει η ιδέα να δημιουργηθούν κάποια καλλιτεχνικά κέντρα για μουσική, χορό και φωτογραφία σε όλη την Ελλάδα. Είχε γίνει και μία ημερίδα, και πήγαμε εγώ, ο Δεπόλλας, ο Οικονομόπουλος και κάποιοι άλλοι να δώσουμε ιδέες πώς να στηριχθεί η καλλιτεχνική φωτογραφία. Κάπως, λόγω πολιτικών συσχετισμών, αποφασίστηκε η Σκόπελος και μια-δυο μέρες μετά με πήρε ο δήμαρχος και μου ανακοίνωσε ότι με θέλουν για διευθυντή.
Δυστυχώς το Φωτογραφικό Κέντρο Σκοπέλου δεν μακροημέρευσε, όπως δεν μακροημέρευσαν και τα υπόλοιπα καλλιτεχνικά Κέντρα, γιατί κάποια στιγμή τελείωσαν τα χρήματα. Τον τελευταίο καιρό, είχα φτάσει στο σημείο να βάζω χρήματα και από την τσέπη μου. Φτάσαμε σε σημείο να μην έχω πόρους για να κάνω πρόγραμμα εκδηλώσεων. Εκεί είπα: «Τέλος». Σε κάθε περίπτωση, κάναμε σημαντικές εκθέσεις. Πήραμε τις φημισμένες φωτογραφίες του Koudelka από την Άνοιξη της Πράγας και καλέσαμε Ρώσους και Τσέχους φωτογράφους να προσκομίσουν φωτογραφικό υλικό από κοινού πάνω σε αυτά τα γεγονότα αλλά και το σήμερα. Ή κάναμε μία πολύ καλή έκθεση Ελλήνων φωτογράφων εμπνευσμένη από το Αιγαίο, καθώς και άλλη μία για το ανθρώπινο σώμα.
Κλείνοντας, θα θέλατε να κάνετε μία αποτίμηση της ζωής σας, φωτογραφικά και μη; Έχετε ζήσει τόσα πράγματα.
Πέρασα μια θαυμάσια ζωή. Έχω ένα σημαντικό έργο, που πρέπει σιγά-σιγά να το μαζέψω και να το ολοκληρώσω. Ασχολούμαι τώρα με μία νέα σειρά με τίτλο The Greeks, και θέλω να κάνω μία ρετροσπεκτίβα από όλη μου την πορεία. Αλλά έχω και κάτι που γνωστοί φωτογράφοι το παράτησαν για να αφιερωθούν πλήρως στην τέχνη τους: μία όμορφη, γεμάτη οικογενειακή ζωή. Εγώ δεν το έκανα και χαίρομαι που είχα στη ζωή μου ένα ζύγι ως προς τα σημαντικά…
Η έκθεση Panigiria εκτίθεται στην γκαλερί Pinakotheke (Καρίπη 38, εντός της στοάς) μέχρι και τις 27 Φεβρουαρίου 2026. Τρίτη με Κυριακή 12.00-18.00 (Τετάρτη και Παρασκευή έως 20.00).