Αυτή η ζωντανή εμπειρία, που μοιάζει να έρχεται κατευθείαν από την αρχαιότητα, αναβιώνει σήμερα στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, στην οδό Φιλίππου 5. Εκεί, στο SEIKILO Ancient World Music Museum, μέσα από βιωματικές αφηγήσεις, ήχους και ανακατασκευασμένα αρχαία όργανα, η οικογένεια Κουμαρτζή επαναφέρει τον αρχαίο ελληνικό ήχο στο παρόν.
Το ταξίδι του επισκέπτη ξεκινά από τον μύθο: Τέλη 6ου – αρχές 5ου αιώνα π.Χ., Αρχαία Κυλλήνη. Ο νεογέννητος Ερμής ξεγλιστρά από την κούνια του, κλέβει τα βόδια του Απόλλωνα και χρησιμοποιώντας το καβούκι μιας χελώνας και χορδές από εντόσθια, δημιουργεί την πρώτη λύρα.
Αυτός ο αδιάρρηκτος δεσμός μεταξύ των δύο θεών σφυρηλατήθηκε μέσα από τη δωρεά της λύρας από τον Ερμή στον Απόλλωνα, μια πράξη συμφιλίωσης που μετέτρεψε ένα απλό καβούκι χελώνας στο υπέρτατο σύμβολο της αρχαιοελληνικής μουσικής παιδείας.
Καμία αυθεντική αρχαία λύρα δεν έχει διασωθεί. Στο μουσείο αυτό όμως, ο μύθος συναντά την επιστήμη. Όλα τα όργανα είναι ανακατασκευές βασισμένες σε τοιχογραφίες, αγγειογραφίες και αρχαίες γραπτές πηγές, αποδομένες όσο το δυνατόν πιστότερα στα πρωτότυπα, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας και δεξιοτεχνίας.
Η περιήγηση ξεκινά με την ιστορία του Σείκιλου (από όπου και το όνομα SEIKILO), του δημιουργού του αρχαιότερου σωζόμενου ολοκληρωμένου τραγουδιού στον κόσμο. Η συλλογή παρακολουθεί την εξέλιξη της λύρας και περιλαμβάνει πλήθος ανακατασκευασμένων οργάνων από την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία έως την αυθεντική ελληνική χελύα, τη λύρα με καβούκι χελώνας.
«Όλα ξεκίνησαν πριν από δώδεκα χρόνια από την οικογένεια Κουμαρτζή και συγκεκριμένα από τον Αναστάσιο Κουμαρτζή, κτηνίατρο στο επάγγελμα, στο μυθικό χωριό Ευρωπός Κιλκίς», μας αναφέρει ο Φώτης Γιάντσιος, υπεύθυνος του μουσείου. «Ο κ. Τάσος είχε βαθύ πάθος για τα μουσικά όργανα, κυρίως για εκείνα με αχλαδόσχημο σώμα, όπως οι τζουράδες και οι μπαγλαμάδες και ξεκίνησε το οργανοποιείο LUTHIEROS».
Σήμερα, τα ηνία κρατούν οι τρεις γιοι του, Θεόδωρος, Νικόλαος και Ιορδάνης, μετατρέποντας το οικογενειακό όραμα σε διεθνές εγχείρημα. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η διδακτορική διατριβή του Νικόλαου Κουμαρτζή με τίτλο «Lyre 2.0», στρέφοντας το εργαστήριο στην επιστημονικά τεκμηριωμένη ανακατασκευή αρχαίων οργάνων.
«Στόχος είναι η αρχαία λύρα να ξαναγίνει ένα ζωντανό μουσικό όργανο στα χέρια του μουσικού», τονίζει ο Φώτης.
Η οικογένεια γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η επανεισαγωγή της λύρας στον σύγχρονο κόσμο απαιτούσε εκπαίδευση, παρτιτούρες, ηχογραφήσεις και έμπνευση, ένα ολόκληρο οικοσύστημα γνώσης γύρω από το όργανο.
Έτσι ιδρύθηκε το SEIKILO Ancient World Music Museum, ένας ζωντανός οργανισμός που φιλοξενεί τα έργα της ομάδας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
«Συνθέτουμε μουσική, διδάσκουμε και λειτουργούμε τη μοναδική ακαδημία λύρας, ενώ προσφέρουμε και διαδικτυακά μαθήματα. Καθημερινά υπάρχουν διαθέσιμες ώρες για όποιον θέλει να κλείσει μάθημα μουσικής ή να συμμετάσχει σε κάποιο workshop. Πέρα από το πωλητήριο οργάνων, διαθέτουμε εκδόσεις με βιβλία για αρχάριους και προχωρημένους, CD, καθώς και ένα ετήσιο παγκόσμιο αντάμωμα, το οποίο πέρσι πραγματοποιήθηκε στην Αίγινα».
Στόχος είναι η δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας· άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου να παίξουν, να ακούσουν ή να μάθουν την αρχαία λύρα. Το κανάλι της ομάδας στο YouTube έχει περισσότερους από 200.000 ακόλουθους και η ασημένια πλακέτα Silver Creator Award δεσπόζει στην είσοδο του μουσείου.
Η συλλογή περιλαμβάνει πλήθος ανακατασκευασμένων αρχαίων μουσικών οργάνων, όπως την αρχαία ελληνική κιθάρα (κίθαρις), τη βάρβιτο (έγχορδο όργανο συνδεδεμένο με ποιητές όπως ο Αλκαίος και η Σαπφώ), τη λύρα της Ουρ καθώς και τη φόρμιγγα (φόρμιγξ).
Έχει άραγε σχέση η αρχαία λύρα με τη σημερινή ποντιακή ή κυπριακή λύρα ή ακόμη και με την άρπα; Η απάντηση είναι αρνητική. Η αρχαία λύρα παιζόταν πάντοτε με πλήκτρο (πένα) ή με τα δάχτυλα, και ο ήχος της, καθαρός, διαυγής και ρυθμικός, ήταν ιδανικός για τη συνοδεία λόγου και ποίησης. Στην αρχαία Ελλάδα αποτέλεσε βασικό όργανο εκπαίδευσης, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παιδεία, τη φιλοσοφία και τη λατρεία.
«Στην αρχαιότητα η μουσική ακουγόταν σε μουσικούς αγώνες, όπως τα Πύθια, αλλά και για ψυχαγωγία. Οι ελεύθεροι [δηλ. όχι οι δούλοι ή οι μέτοικοι) άνδρες που δεν γνώριζαν να παίζουν μουσικό όργανο, όπως κιθάρα ή λύρα, θεωρούνταν άμουσοι, δηλαδή απολίτιστοι» εξηγεί ο Φώτης.