Η ειδησεογραφία για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης ήταν – τουλάχιστον την πρώτη και τη δεύτερη μέρα – περιορισμένη και συγκρατημένη. Αυτό οφειλόταν στην έλλειψη πληροφόρησης από τα πεδία των μαχών. Οι εφημερίδες μπορεί να είχαν στείλει ανταποκριτές στη Θεσσαλονίκη, αλλά η πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα έφτανε στην Αθήνα με το σταγονόμετρο και ήταν συγκρατημένη. Οι δημοσιογράφοι, τόσο των εφημερίδων της Αθήνας όσο και από άλλες χώρες, έπρεπε να ακολουθούν τον ελληνικό στρατό και δεν είχαν ελευθερία κινήσεων. Για την πληροφόρησή τους έπρεπε να απευθυνθούν στο όποιο φρουραρχείο ή στη διοίκηση των μονάδων. Σε κάθε περίπτωση, έμεναν μακριά από το μέτωπο των επιχειρήσεων.
Η πληροφόρηση έφτανε στους ανταποκριτές με καθυστέρηση και με φειδώ. Κι αυτό διότι η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε επιβάλει από τις πρώτες μέρες του πολέμου προληπτική λογοκρισία στις εφημερίδες. Επρόκειτο για τον νόμο «Περί καταστάσεως πολιορκίας» (ΦΕΚ 317, τεύχος Α΄/6-10-1912, σσ. 1725-1726), που είχε θεσπιστεί για να απαγορεύσει τη δημοσίευση ειδήσεων σχετικά με τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και ο οποίος ετίθετο σε ισχύ κάθε φορά που υπήρχε πολεμική σύγκρουση. Ο νόμος αυτός επέτρεπε στις στρατιωτικές αρχές να απαγορεύουν τη δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με τον ελληνικό στρατό ή ακόμη και να κατάσχουν τις εφημερίδες. Έτσι, οι δημοσιογράφοι ήταν φειδωλοί στα τηλεγραφήματά τους, ουσιαστικά αυτολογοκρίνονταν. Ακόμη κι αν μετέδιδαν κάποια είδηση που δεν έπρεπε να δημοσιευθεί, δεν θα έφτανε εύκολα στο αναγνωστικό κοινό. Τα κασέ των εφημερίδων έπρεπε να πηγαίνουν στο γραφείο της λογοκρισίας και κάποιες φορές διατασσόταν να αφαιρεθούν στήλες. Έτσι, παρουσιάζονταν στήλες άδειες, με ή χωρίς τη λέξη «λογοκρισία».
Η αυτολογοκρισία των ανταποκριτών των αθηναϊκών εφημερίδων οφειλόταν σε δύο λόγους: Ο πρώτος ήταν ότι ενδόμυχα φοβούνταν ότι ο πόλεμος μπορούσε να εξελιχθεί άσχημα για τα ελληνικά όπλα. Διθυραμβικά σχόλια που θα ακολουθούνταν από ειδήσεις για ήττες και υποχώρηση του ελληνικού στρατού θα δημιουργούσαν σύγχυση στους αναγνώστες των εφημερίδων στην Αθήνα. Άλλωστε, μπορεί οι ελληνικές μεραρχίες με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο να προέλαυναν με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη, αλλά στις 21-23 Οκτωβρίου 1912 η 5η Μεραρχία, που κατευθυνόταν προς το Μοναστήρι, ηττήθηκε κοντά στο Αμύνταιο από υπέρτερες οθωμανικές δυνάμεις και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η πιθανότητα επανάληψης της υποχώρησης του πολέμου του 1897 έκανε τους ανταποκριτές επιφυλακτικούς. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι τις πρώτες μέρες του πολέμου φόβος είχε καταλάβει τους Έλληνες κατοίκους των πόλεων και της υπαίθρου. Φήμες κυκλοφορούσαν ότι οι Τούρκοι θα προβούν σε σφαγές, κάτι τόσο συνηθισμένο στο παρελθόν. Η αυτοσυγκράτηση ήταν επιβεβλημένη για να μην ερεθίζονται οι τουρκικές αρχές και τα άτακτα σώματα των Οθωμανών.
Γι’ αυτούς τους λόγους, οι εφημερίδες στην Αθήνα θα δώσουν τις δύο πρώτες μέρες τη βασική πληροφόρηση για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Οι περιγραφές για την είσοδο του διαδόχου και του ελληνικού στρατού, την υποδοχή του βασιλέως Γεωργίου και τη μάχη των Γιανιτσών θα δοθούν με λεπτομέρειες τις επόμενες ημέρες. Για να γεμίσουν τις στήλες, θα κάνουν επιτόπια ρεπορτάζ για το πώς ανακοινώθηκαν τα ευχάριστα νέα στις πόλεις και πώς υποδέχθηκε τα νέα ο λαός.
Με μεγαλύτερη καθυστέρηση θα φτάσουν στην Αθήνα οι φωτογραφίες από τις μάχες και από την είσοδο του ελληνικού στρατού, αφού έπρεπε να τυπωθούν επί τόπου από τις πλάκες και να μεταφερθούν με ατμόπλοια στην Αθήνα. Όμως, οι εφημερίδες και κυρίως τα περιοδικά δεν έμειναν δυσαρεστημένα. Οι φωτορεπόρτερ που ακολουθούσαν τον ελληνικό στρατό δεν είχαν να αντιμετωπίσουν τις απαγορεύσεις των επόμενων πολέμων που αποσκοπούσαν να διαφυλάξουν το ηθικό των αναγνωστών. Έτσι, είχαν την ευκαιρία να αποτυπώσουν τις ένδοξες στιγμές, τις χαρές, τις επευφημίες, αλλά και τη φρίκη του πολέμου με τους νεκρούς, τις καταστροφές και τους αιχμαλώτους. Όμως, η δημοσίευση ή μη αυτών των εικόνων ήταν στη διακριτική ευχέρεια των αρχισυντακτών των εφημερίδων. Και οι περισσότεροι προτίμησαν να τις κρατήσουν στα συρτάρια τους παρά να τις εμφανίσουν στις στήλες των εφημερίδων.
Ο Βλάσης Βλασίδης είναι καθηγητής Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας, Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.