Το κατάστημα που δίνει 2η ευκαιρία σε αντικείμενα και ανθρώπους
Ένα αποθετήριο μνήμης και φάρος κοινωνικής συνείδησης στην Παναγία Χαλκέων
- Κωστής Κοτσώνης
- Αλέξανδρος Αβραμίδης
- 10/10/2026
Στη γωνία των οδών Ιουστινιανού και Σιατίστης, ένα κατάστημα φανερώνει την πραμάτεια του πίσω από μεγάλες τζαμαρίες με πράσινο πλαίσιο. Αν πλησιάζει κανείς, θα δει αντικείμενα κάθε είδους, ύφους και μεγέθους: Από σκαλιστούς μπουφέδες και ροκοκό διακοσμητικά μέχρι παλιές παιχνιδοκονσόλες και φλοράλ καπιτονέ καναπέδες που «φωνάζουν» ’80s. Γνωρίσαμε την πρωτοβουλία που εδώ και πέντε χρόνια προσφέρει μια «2η ευκαιρία για τα αντικείμενα και τους ανθρώπους» της πόλης.
Μας υποδέχεται ο Γιώργος, ένα από τα μέλη της ΚοινΣΕπ «Κρείττον», που «ξεπήδησε» από την κοινωνική μη κυβερνητική οργάνωση ΑΡΣΙΣ και δημιούργησε το κατάστημα με σκοπό τη δημιουργία θέσεων εργασίας για άτομα από ειδικές και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Σήμερα εργάζονται εδώ τρία άτομα, αλλά στην ΚοινΣΕπ εντάσσονται συνολικά περίπου 20, συμμετέχοντας σε παράλληλες δράσεις για τον εθελοντισμό και την επαναχρησιμοποίηση αντικειμένων.
Το μοντέλο λειτουργίας είναι απλό: Η «2η Ευκαιρία» παραλαμβάνει αντικείμενα κάθε είδους μέσα από δωρεές, προχωρά σε ελαφρά συντήρηση και καθαρισμό τους και τα πουλά σε τιμές αισθητά χαμηλότερες από αυτές που θα κόστιζαν κανονικά. Έτσι, στηρίζει συμπολίτες μας που είναι σε ανάγκη όχι μόνο μέσα από θέσεις εργασίας αλλά και από την ευκαιρία που τους δίνει να αποκτήσουν ό,τι χρειάζονται σε μικρό κόστος.
«Όταν μας καλούν να πάμε σε ένα σπίτι, συνήθως… το σηκώνουμε όλο», περιγράφει ο Γιώργος. «Δυστυχώς, συχνά η αφορμή δεν είναι καλή, αφού παίρνουμε τα αντικείμενα από σπίτια που αδειάζουν αναγκαστικά μετά το θάνατο κάποιου γονιού ή άλλου αγαπημένου προσώπου. Τουλάχιστον, η μνήμη αυτών των ανθρώπων μπορεί να κρατηθεί μέσα από τη δεύτερη ζωή των προσωπικών τους αντικειμένων, που διαφορετικά ίσως κατέληγαν στα σκουπίδια».
Την ώρα που συζητάμε, δύο υπάλληλοι μπαίνουν φουριόζοι στο μαγαζί κι απιθώνουν κοντά μας μια νέα παραλαβή. Με το έμπειρο μάτι του, ο Γιώργος εκτιμά την αξία των αντικειμένων. Κάποια θα εκτεθούν άμεσα στο μαγαζί, κάποια θα πάνε στην αποθήκη της ΚοινΣΕπ, περιμένοντας λίγο παραπάνω για τη δεύτερη ευκαιρία τους.
«Σέβομαι τους ανθρώπους που μας εμπιστεύονται τα αντικείμενα των ανθρώπων που έχασαν, όμως έχω μάθει να μην επηρεάζομαι συναισθηματικά» λέει ο Γιώργος. Αυτό δεν είναι όμως πάντα εύκολο: «Όταν πήγα να αδειάσω το σπίτι μιας αγαπημένης μου θείας που “έφυγε”, ναι, ζορίστηκα, γιατί είχα πολλές αναμνήσεις από το σπίτι της».
Ευτυχώς, πολλά αντικείμενα καταλήγουν εδώ και με θετική αφορμή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα επώνυμο βρεφικό καρότσι, το οποίο ήρθε σε άριστη κατάσταση –με εξαίρεση ένα μικρό κάψιμο στο κάλυμμα– επειδή ο μικροσκοπικός επιβάτης του είχε πια μεγαλώσει.
Πόσες χιλιάδες ιστορίες κρύβονται εδώ μέσα; Τι λόγια χαράς ή πίκρας πέρασαν μέσα από τα ακουστικά των vintage τηλεφώνων στο ισόγειο του μαγαζιού; Ποιοι άνθρωποι φάγαν καθισμένοι στις μεγάλες τραπεζαρίες που περιμένουν ξανά νέους συνδαιτημόνες στο υπόγειο; Τι είδους στιγμές συνόδεψαν οι μουσικές των πολυκαιρισμένων δίσκων και οι ιστορίες των ελαφρώς κιτρινισμένων βιβλίων στον πάνω όροφο;
Ή αυτό το φυτολόγιο να έκανε κάποιο παιδί να αγαπήσει τη φύση, τότε που η γνώση αναζητούνταν αναγκαστικά μόνο στον πραγματικό κόσμο και όχι στην οθόνη κάποιας συσκευής
Αυτό το καδράκι, πάλι, ξυπνά σε όλους μας διαφορετικές «βουκολικές» αναμνήσεις από παιδικά χρόνια στο χωριό…
Απ’ την άλλη, αυτό το υπέροχο μπομπινόφωνο, ηλικίας άνω του μισού αιώνα, δύσκολο να το είχαν πολλά ελληνικά σπίτια.
Κι αυτές οι τηλεκάρτες; Μνήμες κουβαλάνε κι αυτές από κουβέντες καθαρά διεκπεραιωτικές ή και πιο εξομολογητικές, που ξεκίνησαν από έναν τηλεφωνικό θάλαμο, εκεί όπου δημόσιος και ιδιωτικός χώρος γίνονταν ένα.
Την προσοχή μας τραβάνε και κάτι καλαθάκια γεμάτα διάφορα μαγνητάκια για το ψυγείο, από σουβενίρ ταξιδιών μέχρι διαφημιστικά για πιτσαρίες. Οι υπάλληλοι μάς ενημερώνουν ότι αυτά τα δίνουν σαν αναμνηστικό δωράκι από ένα ποσό αγορών και πάνω.
Υπάρχει, όμως, και ένα αντικείμενο που –μάλλον– δεν θα έχει ποτέ δεύτερη ευκαιρία στα χέρια άλλων: μία πανέμορφη χειροκίνητη τυπογραφική μηχανή του 1925.
«Άντε να υπάρχουν ακόμα μία-δύο τέτοιες μηχανές στην Ελλάδα. Αυτήν την είχε ο πατέρας μου στη δουλειά. Ήταν τυπογράφος», διηγείται ο Γιώργος. «Τον βοηθούσα κι εγώ. Είχαμε μέχρι και το 2012 το μαγαζί μας στα Λουλουδάδικα, όταν η κρίση και οι τεχνολογικές αλλαγές έφεραν το τέλος του». Προσθέτει ότι τότε στην περιοχή συναντούσες 40 (!) τυπογραφεία σε ακτίνα 150 μέτρων. Πλέον έχει μόνο δύο.
Ρωτάμε τον Γιώργο αν θα σκεφτόταν ποτέ να την πουλήσει σε κάποιον συλλέκτη. Μας το ξεκόβει: «Με τίποτα». Ούτε με 10.000 ευρώ; Το σκέφτεται, χαμογελά και απαντά: «Τι να σας πω; Στη ζωή μου κι εδώ μέσα στο μαγαζί έχω μάθει ότι όλα έχουν την τιμή τους!».
Διαβάστε επίσης
- Ελένη Θεοδωρίδου
- Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης
- Δήμητρα Κεχαγιά



