«Πάω στην Γιώτα, στον Αντώνη, στον Γιώργο, στην Καίτη…»
Όλα τα μαγαζιά έχουν ονόματα, επιγραφές και λογότυπα. Στα μικρά συνοικιακά κομμωτήρια, όμως, σπανίως τα χρησιμοποιούμε. Οι περισσότεροι λέμε απλά το όνομα του κομμωτή ή της κομμώτριας πίσω από την καρέκλα. Συνήθως δεν ξέρουμε καν το επίθετό τους. Κι εκείνοι όμως σπάνια κλείνουν τα ραντεβού με επίθετα. Προτιμούν τους επιθετικούς προσδιορισμούς: στις 10 «η Γιώτα η ψηλή», στις 11 «η Δέσποινα η κόρη της Αθηνάς», στις 12:30 «η κυρία Λένα η από πάνω».
Ένα σύστημα ονοματοδοσίας (ύψος, μητρώνυμο, όροφος) που παραπέμπει σε χωριό και μένει ακόμα ζωντανό στην αστική συνθήκη.
Πολλοί αλλάζουν πιο εύκολα γειτονιά παρά κομμωτήριο. Υπάρχει λόγος. Τα κομμωτήρια είναι ενδιάμεσοι τόποι: ούτε σπίτι ούτε δουλειά ούτε έξοδος. Ο κομμωτής δεν είναι απλώς ένα όνομα. Είναι μια συνήθεια, μια τελετουργία, μια προσωπική σχέση.
Σε έναν στενό δρόμο της Χαριλάου, από αυτούς που τα αυτοκίνητα περνούν μόνο όταν ψάχνουν πάρκινγκ, ο Βαγγέλης και η Βήλλη λειτουργούν το κομμωτήριο V2. Το κατάστημα έχει μόλις τρεις καρέκλες και δύο λουτήρες. Κι όμως, εδώ και επτά χρόνια οι δυο τους έχουν φτιάξει τον δικό τους μικρόκοσμο στη γειτονιά.
Η πόρτα ανοίγει στις 10 το πρωί. Εκείνη την ώρα ξεκινούν τα τηλέφωνα, τα πιστολάκια και οι πρώτες καλημέρες. Κάποιος μπορεί να κάτσει για καφέ αν δει τον Βαγγέλη ή τη Βήλλη έξω, κάποιος θα ρωτήσει αν υπάρχει χρόνος για ένα κούρεμα στα γρήγορα, άλλος θα έρθει να κλείσει ραντεβού από κοντά, να κάνει τη βόλτα του, να πει ένα «γεια».
Το μικρό τραπεζάκι με τις δύο καρέκλες έξω από το κομμωτήριο σπάνια είναι άδειο. Κι αν τυχόν είναι, ένα τσιγάρο μισοτελειωμένο, μια κούπα καφέ ή ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου μαρτυρούν πως κάποιος θα επιστρέψει σύντομα.
Η γειτονιά έχει λόγους να συντηρεί τέτοιες συνήθειες. Η Χαριλάου δεν ξεκίνησε ως λαϊκή συνοικία: σχεδιάστηκε ως αστικό προάστιο, έφτασε τα τετρακόσια σπίτια, είχε φαρδείς δρόμους, πάρκα και πλατείες, νερό απευθείας από τον Χορτιάτη και τραμ, σε εποχές που άλλες περιοχές της Θεσσαλονίκης δεν είχαν τίποτα από αυτά. Ύστερα, το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι πρόσφυγες έγραψαν από πάνω τη δική τους πόλη. Οι δύο αυτές στρώσεις εξακολουθούν να συναντιούνται στο ισόγειο με τις τρεις καρέκλες.
Μετά την επέλαση των μπαρμπέρικων, οι πελάτισσες είναι κυρίως γυναίκες. Μέσα σε μια δεκαετία τα νέα κουρεία τράβηξαν την αντρική πελατεία από τα μικτά κομμωτήρια — σύμφωνα με επαγγελματίες του χώρου οι γυναίκες είναι πλέον το 70% περίπου της τακτικής πελατείας των κλασικών κομμωτηρίωνί. Ο χώρος ξαναέγινε γυναικείος.
Οι πελάτισσες στην πλειοψηφία τους είναι σταθερές, ενώ οι καινούργιες συνήθως έρχονται συστημένες.
Συναντάμε την κυρία Μαρία, που έχει σταθερά ραντεβού κάθε Παρασκευή στις 11:30. Πάντα φτάνει πέντε λεπτά νωρίτερα. Το μόνο που τους λέει είναι κούρεμα, χτένισμα ή ρίζα. Δεν ξοδεύουν λόγια για περισσότερες εξηγήσεις, οι κομμωτές της ξέρουν: έτσι κουρεύεται, έτσι χτενίζεται, αυτή είναι η απόχρωση που θέλει.
Αυτή είναι εξάλλου η πραγματική υπηρεσία που είναι δύσκολο να αποτιμηθεί: η συσσωρευμένη γνώση κάθε κεφαλιού. Γι’ αυτό η αλλαγή κομμωτηρίου δεν κοστίζει λίγα ευρώ διαφορά, αλλά χρόνια επαφής.
Το μόνο που αλλάζει κάθε εβδομάδα είναι τα νέα τους. Εκείνη άλλοτε τους λέει για τις δίδυμες κόρες της (επίσης πελάτισσες στο κομμωτήριο), άλλοτε σχολιάζει τις ειδήσεις ή απλά μοιράζεται σκέψεις της. Εκείνοι ακούν, συζητούν ή λένε κι αυτοί τα δικά τους. Αν καμιά φορά δεν έχουν όρεξη, κουνάνε απλά το κεφάλι.
Λίγο αργότερα μπαίνει η κυρία Σοφία, επίσης σταθερή πελάτισσα.
«Ξέρουν να με φροντίσουν. Μου αρέσει να είμαι περιποιημένη, μου φτιάχνει την ψυχολογία. Το νιώθω και σαν έξοδο γιατί είμαι συνταξιούχος και δεν βγαίνω πολύ, ούτε πάω για καφέ. Άρα εδώ βρίσκω και μια όμορφη παρέα. Μας λέει ο Βαγγέλης συνταγές μαγειρικής, συζητάμε τα ιατρικά μας, τα νέα μας, τα ψυχολογικά μας. Το τελικό αποτέλεσμα έχει πάντα σημασία αλλά αν δεν τους συμπαθούσα, δεν θα ερχόμουν».
Μία άλλη πελάτισσα, που τη λένε επίσης Σοφία, μένει στην Τούμπα, αλλά έρχεται σταθερά τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
«Προτεραιότητα φυσικά έχει το μαλλί αλλά είναι σημαντική και η προσωπικότητα των παιδιών γιατί κάθε φορά κάθομαι πάνω από μία ώρα. Περνάω καλά, ανανεώνομαι. Σήμερα για παράδειγμα ήρθα λίγο πεσμένη αλλά τώρα θα φύγω άνετη».
Η κυρία Αναστασία εξηγεί τη σημασία του κομμωτηρίου. Εμφανισιακή, ψυχολογική, κοινωνική.
«Είναι πολύ σημαντικό να νιώθεις οικειότητα και ασφάλεια. Δέχεσαι τη γνώμη τους για την εμφάνισή σου, μιλάτε, ανοίγεστε, μαθαίνεις τα νέα της γειτονιάς. Για μένα είναι και μια ευκαιρία να ξεφύγω. Ακόμα και να είμαι άσχημα ψυχολογικά, πάντα φεύγω ανανεωμένη και με αυτοπεποίθηση» εξηγεί όσο πίνει τον καφέ της περιμένοντας τη βαφή.
«Καλά που έχουμε και το κομμωτήριο» προσθέτει πριν μπει μέσα για λούσιμο.
Αλλά και για τον Βαγγέλη και τη Βήλλη, η σχέση με τον κόσμο δεν είναι μόνο επαγγελματική υποχρέωση. «Το μαλλί για εμάς είναι επάγγελμα, δημιουργικότητα και χαρά, για τις πελάτισσες όμως είναι ο καθρέφτης τους και η ταυτότητά τους, επηρεάζει άμεσα την ψυχολογία τους. Μας εμπιστεύονται την εμφάνισή τους και το εκτιμάμε αυτό. Για να βγει κάτι καλό, χρειάζεται εμπιστοσύνη» λέει η Βήλλη.
Μετά από τόσα χρόνια στο επάγγελμα, και οι δύο ξέρουν πια ότι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλο τον κόσμο – και δεν χρειάζεται κιόλας. Τους ενδιαφέρει η ηρεμία τους και να περνάει όμορφα η μέρα στη δουλειά. «Με τα χρόνια σε κουράζει το να πρέπει να τους διαχειριστείς όλους. Βλέπεις τον χαρακτήρα του άλλου, βλέπουν κι αυτοί τον δικό σου και ο καθένας κάνει τις επιλογές του».
«Και γι’ αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να έχω σταθερή πελάτισσα που δεν συμπαθώ» προσθέτει ο Βαγγέλης, ο οποίος, 25 χρόνια κομμωτής, έχει δει… κεφάλια και κεφάλια.