Κουλέ Καφέ: Μια ζωή στο ίδιο μπαλκόνι

Εξήντα χρόνια σε μια γειτονιά που άλλαξε πρόσωπο αλλά όχι όνομα

Στο Κουλέ Καφέ οι δρόμοι, τα σπίτια και οι άνθρωποι κουβαλούν ακόμη τα ίχνη μιας πόλης που αλλάζει. Μια 86χρονη, κάτοικος μιας από τις παλαιότερες γειτονιές της Θεσσαλονίκης εδώ και εξήντα σχεδόν χρόνια, θυμάται τις παρέες στα σπίτια και τις γιορτές στην πλατεία, το κερδισμένο ΠΡΟ-ΠΟ που άλλαξε τη ζωή μιας οικογένειας, τον σεισμό του ’78, τα κτήρια που στέρησαν από το σπίτι της το φως. Μέσα από αναμνήσεις και το οικογενειακό αρχείο, ξετυλίγεται η ιστορία μιας γειτονιάς που άλλαξε πρόσωπο, αλλά κράτησε πεισματικά το παλιό της όνομα.

Η Θεσσαλονίκη και ο Θερμαϊκός από τη γειτονιά του Κουλέ Καφέ.

Η οδός Αγίας Σοφίας, από την παραλία έως και τη συμβολή της με την Ακροπόλεως, συμπυκνώνει με τον πιο χαρακτηριστικό ίσως τρόπο τις αντιθέσεις που συνθέτουν το αστικό οικοσύστημα της Θεσσαλονίκης. Την ανηφορίζουμε ένα ζεστό απόγευμα αρχές Σεπτέμβρη: από τις μπουτίκ της Προξένου Κορομηλά έως και τον πλατύ ορμητικό ποταμό της Εγνατίας, το τοπίο του σύγχρονου εμπορικού πεζοδρομημένου κέντρου με καλοσυντηρημένα νεοκλασικά εκατέρωθεν δεν συμβαδίζει με την εικόνα των γειτονιών πάνω από την Αχειροποίητο. 

Τα business-casual πουκάμισα μεταμορφώνονται σε oversized t-shirt, οι εταιρικές δερμάτινες φούστες σε λουλουδάτα φορέματα, τα λουστρίνια σε αθλητικά και οι μπαλαρίνες σε σαγιονάρες. Φοιτήτριες και συνταξιούχοι αντικαθιστούν τους μεσήλικους επαγγελματίες, ενώ περνάμε πλέον το φαράγγι της Αγίου Δημητρίου. Ένας συνοικιακός φούρνος, ένα μανάβικο κι ένα φαρμακείο μάς υποδέχονται στην Πλατεία Ρομφέης, πάνω από το τόξο Κασσάνδρου-Ολυμπιάδος, γνωστή σε όλους για πάνω από έναν αιώνα ως Κουλέ Καφέ.

Στα στενά του Κουλέ Καφέ: οδός Κρίσπου.

Η γιαγιά μου, η 86χρονη κ. Τούλα, μας περίμενε στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου στηριγμένη στα κάγκελα. Στο ένα κάγκελο διακρίναμε τη θηλιά μιας κορδέλας που κατέληγε σε ένα πλεκτό καλαθάκι — πάθηση στα γόνατα και πολυκατοικία χωρίς ασανσέρ απαιτούν εφευρετικότητα, μας εξήγησε αργότερα.

Η κυρία Τούλα στο σπίτι όπου ζει από τα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Το σπίτι το αγόρασαν το μακρινό 1967, ενώ τελικά ήρθαν να μείνουν το ’69, όταν ο μακαρίτης ο άντρας της, τελωνειακός, πήρε μετάθεση στην πόλη. 

«Τα βράδια μαζευόμασταν όλοι μαζί σε σπίτια. Παρότι έφτασα τελευταία στη γειτονιά με αγκάλιασαν. Ήμασταν όλοι πάνω-κάτω γύρω στα 30. Οι περισσότεροι από τις Σέρρες και τη Δράμα, κάποιοι με ποντιακή καταγωγή σαν τον άντρα μου. Ήμουν η μόνη στην παρέα από Χαλκιδική. Κάτω, στην πλατεία του Κουλέ Καφέ, έκαναν συχνά εκδηλώσεις, παιδιά από κοντινά ωδεία έπαιζαν μουσική», θυμάται από εκείνα τα χρόνια.

Γείτονες από το Κουλέ Καφέ σε πικ νικ στο Σέιχ Σου. Από το προσωπικό αρχείο της κυρίας Τούλας.
Τα βαφτίσια

Δεκαετίες πριν οραματιστεί το νεαρό τότε ζευγάρι μια ολόκληρη ζωή εκεί, η εφημερίδα Μακεδονία περιγράφει τη συνοικία την 1η Φλεβάρη του 1927: 

«Μια συνοικία ζωντανή με τελείως ελληνικόν τόνον είναι σήμερον το Κουλέ Καφέ. Διατηρεί την γραφικότηταν των παλαιών ημερών της μουσουλμανικής γαλήνης του, αλλά συγχρόνως εκχύνει και τη ζωτικότητα της καινούργιας γερής ράτσας που αντικατέστησε τους απελθόντας ανταλλάξιμους. Υπάρχει μια επιτροπή τοπωνυμιών, αν δεν αμφιβάλλομεν, η οποία ασχολείται εις την εξελλήνισιν των διαφόρων βαρβαρικών ονομάτων της υπαίθρου. Θα την παρακαλούσαμεν να φροντίση να κάμη το ίδιον και δια μερικά σημεία της πόλεως, αφού το Δημοτικόν συμβούλιον δεν τα ενθυμείται. Και να αρχίση από το Κουλέ Καφέ, εκεί που η δημοσιογραφική μου έρευνα με έφερε χθες».

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, η Εφημερίς των Βαλκανίων προκηρύσσει διαγωνισμό, καλώντας τους αναγνώστες να προτείνουν ονόματα για να μετονομαστεί η γειτονιά, με έπαθλο μία δωρεάν ετήσια συνδρομή. 

Από τα 34 διαφορετικά προσωνύμια μάς κέντρισαν την προσοχή τα εξής: Συνοικία Ανωγείων, Επάνω Σκάλα, Ταταύλα, Προπύργιο, Πανόραμα, Συνοικία Σεβαστουπόλεως, Ακρόπολις, Δημήτρια, Συνοικία Παρθενώνος, Συνοικία Ερμουπόλεως, Άνω Παράδεισος, Πύργια, Συνοικία 19 Αυγούστου, Λουτράκιον, Λυκαβητός.

Ο διαγωνισμός της Εφημερίδος των Βαλκανίων για τη μετονομασία του Κουλέ Καφέ, το 1928. Πηγή: Κεντρική Βιβλιοθήκη Δήμου Θεσσαλονίκης.

Το όνομα της γειτονιάς, που το 1931 ο δημοσιογράφος Κώστας Σκαλτσάς χαρακτηρίζει «την αρχαιότερη, τη θελκτικότερη και τη μάλλον ενδιαφέρουσα συνοικία της Θεσσαλονίκης», προέρχεται από το Βυζαντινό λουτρό που φιλοξενεί.

Κατά τα οθωμανικά χρόνια το λουτρό ονομάζεται Κουλέ [Πύργος] Χαμάμ, από τον πύργο που υψωνόταν στην συνοικία. Η πλατεία δίπλα στο λουτρό μετονομάζεται σε πλατεία Ρομφέης, στη μνήμη του Μακεδονομάχου καπετάνιου Ρομφέη, που αν και ο Σουλτάνος τον διόρισε επιθεωρητή της Ρούμελης, εκείνος σήκωσε μπαϊράκι. Μέχρι και τα εγγόνια της κ. Τούλας, όμως, γνωρίζουν ακόμη την πλατεία όπου παίζουν κυνηγητό με την οθωμανική της ονομασία.

Το Βυζαντινό Λουτρό της Άνω Πόλης, από το οποίο πήρε το όνομά της γειτονιά. Φωτογραφία: C messier / Wikimedia Commons, CC BY-SA 4.0.
Πιάσαμε το λαχείο!

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 έξι κάτοικοι παίζουν σύστημα προπό στο πρακτορείο της κ. Χαρίκλειας. Ο φούρναρης, ο φαρμακοποιός, ο μαθηματικός και άλλα δύο ζευγάρια της γειτονιάς, ένα παιδί 4ης Γυμνασίου και ο τελωνειακός της διπλανής πολυκατοικίας, ο οποίος κατέβηκε μέχρι το ψιλικατζίδικο με παρότρυνση φίλων του. Τα συστήματα ήταν τότε ακριβά κι έτσι πόνταραν συνεργατικά.

Την επομένη ο Δημήτρης, γυρνώντας από το Τελωνείο όπως κάθε μεσημέρι, αντίκρισε την οδό Κρίσπου σε ξέφρενη κατάσταση. Όλοι κερνούσαν, φώναζαν, γελούσαν. Μπήκε στο φαρμακείο και, αφού τον κέρασαν, ρώτησε με απορία τι γιορτάζουν. Το προπό «των έξι» από το πρακτορείο στο νούμερο 1 της Ακροπόλεως είχε κερδίσει. Αναλογούσαν κάτι λιγότερο από 1 εκατομμύριο δραχμές στον καθένα, με το συνολικό ποσό να ανέρχεται στα 5,5 εκατομμύρια, και σύντομα θα τους έγραφαν οι εφημερίδες.

Σε έξι λεπτά θα ενημέρωνε και τη σύζυγό του Τούλα πως κέρδισαν στο προπό. Μαζί θα έβγαιναν στο μπαλκόνι και θα έβλεπαν τον μπόμπιρα της 4ης τάξης να χοροπηδάει και να φωνάζει «κέρδισα!». Λίγο αργότερα θα μάθαιναν πως η μητέρα του ήταν άρρωστη και έπρεπε επειγόντως να χειρουργηθεί στο εξωτερικό, αλλά «πού τέτοια λεφτά τότε». Χάρη στο λαχείο ταξίδεψε, γιατρεύτηκε και έζησε κάμποσα χρόνια στην οδό Θεοφίλου. 

«Γι’ αυτό το παιδί το κερδίσαμε, ήταν τυχερό!».

Κάτοικοι του Κουλέ Καφέ σε καθημερινή συνάντηση στη γειτονιά.
Οι πολεοδόμοι της Χούντας, το χαμένο πάρκο και ο σεισμός

«Όταν αγοράσαμε το σπίτι, δεν υπήρχε η πολυκατοικία στην απέναντι μεριά του δρόμου, βλέπαμε το Κουλέ Καφέ και είχε περισσότερη ανοιχτωσιά», θυμήθηκε η κ. Τούλα, ενώ μας σέρβιρε ελληνικό. 

«Στη γωνία Αγίας Σοφίας και Ακροπόλεως μάς είχαν πει πως θα γινόταν πάρκο, ούτε εκεί είχε σηκωθεί ακόμη οικοδομή. Η οδός Αγίας Σοφίας ήταν ακόμη πλατιά και έφτανε έως το Τσαούς Μοναστήρι. Ο ίδιος εργολάβος που μας πούλησε το διαμέρισμα και μας έδειξε τα σχέδια για το πάρκο, πλήρωσε και μέσα σε ένα-δυο χρόνια σήκωσε οικοδομή».

Το Κουλέ Καφέ τη δεκαετία του 1960, πριν από τις οικοδομικές αλλαγές που μεταμόρφωσαν τη γειτονιά. © Βαγγέλης Φυσίκας, Θεσσαλονίκη χαμένη πόλη, CC BY-NC-SA 4.0.

Την ακολουθήσαμε ως το μπαλκονάκι που έβγαινε στον φωταγωγό.

«Ξέρετε τι φως είχε εδώ, όταν πρωτομπήκαμε στο σπίτι;»

Η αλήθεια είναι πως δυσκολευτήκαμε να το φανταστούμε.

Η Αγίας Σοφίας όντως στενεύει και η λοξή της παραφυάδα πάνω από την Ακροπόλεως, το στενό της οδού Φωτίου, οδηγεί τους πεζούς μαζί με την υπόλοιπη συστάδα από στενάκια στην Ιερά Μονή Βλατάδων —όπως λέγεται σήμερα το Τσαούς Μοναστήρι— και στον Ιερό Ναό του Οσίου Δαυίδ λίγο πιο κάτω. Η οικοδομή που έκλεισε τον δρόμο σηκώθηκε το 1971.

Στιγμιότυπο από τη δεκαετία του ’70, με το οικογενειακό Fiat 128. Από το προσωπικό αρχείο της κυρίας Τούλας.

Το 1978, ο φονικός σεισμός της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε την ιστορική αφορμή για να καθιερωθεί στην Ελλάδα το σύστημα καταγραφής και σήμανσης των κτιρίων με τα γνωστά τρία χρώματα, ανάλογα με το μέγεθος των ζημιών και την επικινδυνότητά τους μετά από μια σεισμική δόνηση. 

«Η δική μας ήταν από τις λίγες πολυκατοικίες που την έβγαλαν πράσινη», λέει με σιγουριά η Χαλκιδικιώτισα. Με μία ματιά στο ιστορικό αρχείο της Υπηρεσίας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βορείου Ελλάδος το επιβεβαιώνουμε. 

«Έχει, βλέπετε, από κάτω βράχο, σκληρό, όχι χώμα», προσθέτει.

Περιήγηση

Απέναντι από την κ. Τούλα σήμερα στεγάζεται τον τελευταίο χρόνο το Κέντρο Νεότητας του Δήμου Θεσσαλονίκης, με ποικίλες δραστηριότητες για μαθητές και φοιτητές. Η Ελεάνα, μια φίλη μας από το Δημοτικό Συμβούλιο Νέων Θεσσαλονίκης, μάς έδειξε τον χώρο, ακόμη μόνο με τα απαραίτητα, και πώς σκοπεύουν να τον διαμορφώσουν.

Η Δημοτική Βιβλιοθήκη στο Κουλέ Καφέ, στο ιστορικό κτήριο που στο παρελθόν λειτούργησε και ως σχολείο.

Περπατήσαμε στη Θεοτοκοπούλου, στη Μουσών, περάσαμε τα σχολεία του Μάνιου και επιστρέψαμε στην πλατεία. Αντικρίσαμε το συναρπαστικό κτίριο που στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη από το 2000. Η βιβλιοθηκονόμος μάς ενημέρωσε πως οικοδομήθηκε μεταξύ 1897 και 1905 από τον τότε φρεσκοδιορισμένο —μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο— στρατιωτικό διοικητή της πόλης και προοριζόταν να γίνει η κατοικία του. Το εγκατέλειψε μόλις έναν χρόνο αργότερα. 

Τη δεκαετία του ’80 εκεί πήγε Γυμνάσιο ο πρώτος γιος της κας Τούλας. Το ’77 αγοράστηκε από τον Δήμο έχοντας χαρακτηριστεί έργο τέχνης, αν και συνέχισε να λειτουργεί ως σχολείο — το 7ο γυμνάσιο και λύκειο, ενώ μέσα και τέλη της δεκαετίας του ’90 στέγασε τη γνωστή ελευθεριακή κατάληψη Βίλα Βαρβάρα.

Σχολική φωτογραφία από το Δημοτικό Μάνιου το 1978. Από το προσωπικό αρχείο της κυρίας Τούλας.

Καθίσαμε σε ένα παγκάκι πίσω απέναντι από το μανάβικο που μας είχε υποδεχτεί με καφάσια γεμάτα φρούτα και ζαρζαβατικά. Ήταν μία εικόνα που δεν αντικρίζουμε πλέον συχνά στην πόλη, αν δεν πετύχουμε κάποια λαϊκή. 

Συνειδητοποιήσαμε ότι πολλές εικόνες, συνήθειες, ονόματα που ακούσαμε ή ζήσαμε παιδιά σ’ αυτήν την πόλη σύντομα θα σώζονται μονάχα σε σκονισμένα άλμπουμ φωτογραφιών, ημερολόγια με δύσκολους γραφικούς χαρακτήρες, ξεχασμένα βιβλία και εφημερίδες.

Διαβάστε επίσης

Τυπογραφείο Γούσιος: εκδόσεις και μηχανές συνδέουν 4 γενιές με μικρές και μεγάλες στιγμές της εμπορικής και κοινωνικής ζωής της πόλης