«Στον Δενδροπόταμο δεν θα ακούσετε για αυτόν που σπουδάζει»

Τρεις νέοι Ρομά μιλάνε για τον τόπο, τα όνειρά τους και τις αλλαγές κόντρα στα στερεότυπα

Στις μηχανές αναζήτησης, αλλά και στη συλλογική συνείδηση της Θεσσαλονίκης, ο Δενδροπόταμος έχει ταυτιστεί με το γκέτο των Τσιγγάνων. Καταδιώξεις, διακίνηση ναρκωτικών και παραμέληση ανηλίκων συνοδεύουν συχνά το σχετικό «λήμμα». Το κάδρο της περιοχής, όμως, περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από αυτή τη μονοδιάστατη εικόνα.

Περνώντας το ΚΤΕΛ Μακεδονίας, διαβαίνει κανείς το κατώφλι του Δενδροποτάμου. Από μακριά διακρίνεται ο τρούλος του ναού του Αγίου Νεκταρίου, σημείου αναφοράς για τους επισκέπτες.

«Εδώ είναι το σπίτι μου»

Εκεί συναντηθήκαμε με τον Σπύρο. Αφού μας καλωσόρισε, άρχισε να μας ξεναγεί στη γειτονιά του. «Εδώ είναι το σπίτι μου», μας λέει, δείχνοντας ένα περιποιημένο διώροφο οίκημα με σομόν τοίχους. «Λείπουν τα κάγκελα γιατί κάποτε ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε χρήστης ουσιών έπεσε πάνω τους και τα γκρέμισε».

Στον τοίχο τού απέναντι σπιτιού είναι στερεωμένη μια κάμερα ασφαλείας. Ένα διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας και απειλής μοιάζει να περιβάλλει την τσιγγάνικη κοινότητα εντός και εκτός Δενδροποτάμου.

Ο ναός του Αγίου Νεκταρίου στον Δενδροπόταμο.

Βαδίζουμε στα στενά δρομάκια του συνοικισμού των 3000 κατοίκων, εκ των οποίων οι 2500 είναι Ρομά. Ένα φυσικό ρέμα διασχίζει την περιοχή και σε αυτό οφείλει το όνομά του. Έχει λιακάδα, και ο καιρός είναι μαλακός. Προσπερνάμε κάποιους αστυνομικούς που ελέγχουν τον οδηγό ενός σταθμευμένου αυτοκινήτου. Η αστυνομική παρουσία στον Δενδροπόταμο, έναν από τους μεγαλύτερους συνοικισμούς Ρομά στη χώρα, είναι ορατή παντού. Όπως διευκρινίζει ο Σπύρος: «Οι έλεγχοι είναι καθημερινοί και εξονυχιστικοί λόγω της κακής φήμης της περιοχής».

Χαρακτηριστικό στενό δρομάκι στον Δενδροπόταμο.

Λίγα βήματα παραπέρα, δύο μικροκαμωμένα παιδιά γνέφουν στον Σπύρο με χαμόγελο: «Γεια σας κύριε!». «Είναι μαθητές μου στο Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης» λέει ο Σπύρος, ο οποίος εργάζεται εδώ και πέντε χρόνια στο Κέντρο βοηθώντας τα παιδιά του Δενδροποτάμου με τα μαθήματά τους.

Σπύρος: «Περισσότερα παιδιά Ρομά στα πανεπιστήμια»

Ο Σπύρος Μπάκας είναι 26 ετών. Γέννημα-θρέμμα του Δενδροποτάμου. Θα ήθελε να μετακομίσει προς το κέντρο, αλλά τα υψηλά ενοίκια δεν του το επιτρέπουν ακόμη. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα της περιοχής είναι η διακίνηση ναρκωτικών». Όπως εξηγεί, έρχεται αντιμέτωπος σχεδόν κάθε μέρα με σκηνές διακίνησης, πώλησης και χρήσης. «Είναι επικίνδυνο, γιατί μπορεί σε μια καταδίωξη να πετάξουν τα ναρκωτικά μέσα σε μια αυλή ή σε ένα σπίτι και να θεωρηθείς εσύ κάτοχος».

Ο Σπύρος ήταν ένα από τα παιδιά του Κέντρου Νεότητας του Φάρου του Κόσμου. Μέσα από τη συμμετοχή του στην περίφημη ομάδα ρομποτικής ταξίδεψε ως μαθητής στις ΗΠΑ παίρνοντας μέρος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ρομποτικής της LEGO. Μετέπειτα, αποφοίτησε από το ΕΠΑΛ Ευόσμου και πέρασε στη Σχολή Κοινωνικής Εργασίας στην Κομοτηνή, δεν γράφτηκε όμως ποτέ.

Όνειρό του ήταν να γίνει δημοσιογράφος, και φοίτησε σε ιδιωτικό ΙΕΚ Δημοσιογραφίας «Ήθελα να δείξω μια εικόνα από τη ζωή των Ελλήνων Τσιγγάνων Ρομά που ο κόσμος αγνοεί».

Για τον Σπύρο, το χάσμα ανάμεσα στις αναπαραστάσεις του Δενδροποτάμου στα ΜΜΕ και την πραγματικότητα είναι τεράστιο. «Υπάρχουν παιδιά που έχουν καταφέρει να σπουδάσουν, να κάνουν ωραία πράγματα, όμως τα μέσα μιλάνε μόνο για την παραβατικότητα» λέει με φανερή πίκρα. «Ο μεγαλύτερος μύθος όμως είναι ότι ζούμε σε τσαντίρια και μέσα στη βρωμιά».

Μέσα από την καθημερινή του συναναστροφή με γονείς και παιδιά παρατηρεί αξιοσημείωτες αλλαγές στην αντίληψη γύρω από την αξία της εκπαίδευσης, καθώς οι νέοι γονείς θεωρούν πλέον απαραίτητο το σχολείο. Είναι αισιόδοξος ότι αυτή η αλλαγή θα οδηγήσει σε μια σημαντική εξέλιξη: «Πιστεύω ότι σε βάθος χρόνου περισσότερα παιδιά Ρομά θα μπαίνουν στα πανεπιστήμια».

Μαρία: «Με φανταζόμουν να φοράω τη τήβεννο να πετάω το καπέλο μου»

Συνεχίζοντας το περπάτημα, περνάμε μπροστά από ένα καφενείο: μεγάλοι άντρες πίνουν τον καφέ τους, ενώ μικρά αγόρια, σκυμμένα πάνω από τις τσόχες, κρατούν τράπουλες στα χέρια. Καταλήγουμε στο μπακάλικο της Μαρίας, η οποία μας υποδέχεται θερμά με τον φίλο της, τον Ρόμπ.

«Δώστε μου πέντε λεπτά να ετοιμάσω μερικές παραγγελίες και ξεκινάμε», λέει, καθώς γεμίζει πλαστικές σακούλες με προϊόντα.

Η Μαρία Δημητρίου έχει τη δική της επιχείρηση στον Δενδροπόταμο, ένα μίνι μάρκετ.

Η Μαρία Δημητρίου είναι 25 ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Δενδροπόταμο. «Η μητέρα μου παντρεύτηκε στα 13 και με γέννησε πολύ μικρή, στα 17… Ευτυχώς αυτό σήμερα δεν είναι πια τόσο συνηθισμένο».

Τελείωσε το γυμνάσιο και το λύκειο στο Κορδελιό. Με υποτροφία από τον Φάρο του Κόσμου αποφοίτησε από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων ιδιωτικού κολλεγίου. «Πάντα ονειρευόμουν την αποφοίτησή μου. Με φανταζόμουν να φοράω την τήβεννο και να πετάω το καπέλο μου», λέει χαμογελώντας.

Η Μαρία έχει κάνει πολλές δουλειές: ιδιαίτερα σε παιδιά, κουζίνα σε εστιατόριο, καθαριότητα, εργασία στο σαντουιτσάδικο των γονιών της. Εδώ και τέσσερα χρόνια έχει τη δική της επιχείρηση στον Δενδροπόταμο, μέσω προγράμματος επιδότησης νέων επιχειρηματιών.

Το να κρατάς ένα μίνι μάρκετ στον Δενδροπόταμο έχει ιδιαιτερότητες: «Θέλω να φέρω νέα, φρέσκα προϊόντα, αλλά οι προμηθευτές δεν με εξυπηρετούν λόγω της τοποθεσίας. Από την άλλη, έχω σταθερό πελατολόγιο». Παράλληλα, ασχολείται με social media management έχοντας πελάτες από την περιοχή μέχρι τη Φρανκφούρτη και την Αθήνα.

Καθώς αφηγείται την ιστορία της δύο κινητά τηλέφωνα χτυπούν ασταμάτητα και πελάτες, κυρίως παιδιά, μπαίνουν στο μαγαζί. Τους εξυπηρετεί πότε στα ελληνικά και πότε στα ρομανί, πάντα με χαμόγελο.

Παιδιά έχουν έρθει για ψώνια στο κατάστημα της Μαρίας Δημητρίου.

Πώς είναι για μια νέα, δυναμική, μορφωμένη και εργαζόμενη γυναίκα η ζωή σε μια τσιγγάνικη κοινότητα; «Δεν έχω βιώσει κάποια διάκριση λόγω φύλου. Έχουν γίνει βήματα. Παλιά, αν μια γυναίκα παντρευόταν στα 13 και χώριζε στα 15 θα ήταν καταδικασμένη να έχει την ταμπέλα της ‘χωρισμένης’. Σήμερα συνεχίζει τη ζωή της, μπορεί να πάει σχολείο, να δουλέψει».

Στην ερώτηση τι απολαμβάνει και τι μισεί στον Δενδροπόταμο απαντά χωρίς περιστροφές. «Την αλληλεγγύη. Ξέρω ότι αν μου συμβεί κάτι όλοι οι γείτονες θα προσφερθούν να με βοηθήσουν». Ωστόσο, φαίνεται πως αυτό δεν αρκεί για να την κρατήσει εκεί. «Απεχθάνομαι τη νοοτροπία του εύκολου χρήματος και της παρανομίας που έχουν κάποιοι άνθρωποι εδώ. Άσε που είναι σαν χωριό, δεν υπάρχουν προοπτικές εξέλιξης» δηλώνει φανερά απογοητευμένη.

Το δικό της μέλλον το βλέπει σε τρεις κινήσεις: να αφοσιωθεί επαγγελματικά στο social media management, να φύγει στο εξωτερικό και να δώσει στη μητέρα της τη δυνατότητα να μην εργάζεται. «Δεν θα είχα καταφέρει τίποτα χωρίς εκείνη».

Χρήστος: «Μου αρέσει η γειτονιά, αλλά θα ήθελα να τη δω να αλλάζει»

Τελευταία στάση, το κουρείο του Χρήστου. Είναι δύο το μεσημέρι όταν ανοίγουμε μια μικρή καγκελόπορτα που οδηγεί σε μια μεγάλη αυλή. Δύο χήνες περιπλανώνται στο τσιμέντο, ενώ δύο μεσήλικες άντρες στέκονται πάνω από το ανοιχτό καπό ενός αυτοκινήτου.

Ο Χρήστος Τσακίρης (δεξιά) στο κομψό κουρείο που λειτουργεί στον Δενδροπόταμο.

Πίσω από μια δεύτερη πόρτα η εικόνα αλλάζει: αντικρίζουμε ένα σύγχρονο, κομψό κουρείο. Ο Χρήστος φορώντας την στολή εργασίας του σηκώνεται από τον καφετί δερμάτινο καναπέ για να μας υποδεχτεί. Ο Σπύρος, που μας έχει συνοδεύσει και είναι το πρώτο ραντεβού της ημέρας, κάθεται στη δερμάτινη καρέκλα και αφήνεται στα έμπειρα χέρια του κομμωτή του. Σε ένα σκρίνιο, διακρίσεις από διαγωνισμούς κομμωτικής.

«Από μικρός μου άρεσε να περιποιούμαι τα μαλλιά μου. Στο Λύκειο αγόρασα μια μηχανή και κούρευα φίλους και συμμαθητές», εξηγεί. Αργότερα, σπούδασε κομμωτική σε ΙΕΚ. Το κουρείο άνοιξε το 2019, Μεγάλη Δευτέρα. Ξεκίνησε από ένα μικρό δωματιάκι με πελάτες φίλους του. Σιγά σιγά το εξέλιξε. «Έκανα το χόμπι μου δουλειά!».

Ο Χρήστος Τσακίρης είναι 27 ετών. Γεννήθηκε στον Δενδροπόταμο και τα τελευταία χρόνια ζει με τη γυναίκα και το τριών μηνών παιδί τους στον Εύοσμο. «Στη δουλειά μου με ενθουσιάζει ότι δεν κάνεις απλώς ένα κούρεμα: αλλάζεις την ψυχολογία του πελάτη, ανταλλάσσεις απόψεις, συζητάς».

Τον χαροποιεί που η νέα γενιά σπουδάζει και κοινωνικοποιείται εκτός γειτονιάς, αλλά τα στερεότυπα επιμένουν. «Δυστυχώς αυτόν που σπουδάζει εσείς δεν θα τον μάθετε. Εσείς θα ακούσετε μόνο για την παραβατικότητα».

Ο Χρήστος έχει πολλές φιλοδοξίες. Θέλει να μείνει στον τόπο του, αλλά και να εξελιχθεί επαγγελματικά, ανοίγοντας κουρείο και αλλού. «Μου αρέσει η γειτονιά, αλλά θα ήθελα να τη δω να αλλάζει. Να βγαίνει από την αφάνεια. Να ανοίξουν αλυσίδες και brands» μας λέει, καθώς τινάζει τις τρίχες από την ποδιά που φορούσε ο φρεσκοκουρεμένος Σπύρος.

Τόπος απομονωμένος και πολυσύνθετος, όπου η σκληρή καθημερινότητα κρύβει μέσα της την ελπίδα.

Φεύγοντας από τον Δενδροπόταμο, μένουν εικόνες ενός τόπου απομονωμένου, αντιφατικού και πολυσύνθετου: στενοί λασπωμένοι δρόμοι με λακκούβες συνυπάρχουν με προσεγμένους επαγγελματικούς χώρους κρυμμένους σε αυλές, άνθρωποι χαμογελαστοί αλλά συνάμα επιφυλακτικοί, μία καθημερινότητα που μετεωρίζεται ανάμεσα σε παραδόσεις και αλλαγές.

Κι αν κάτι ενώνει τον Σπύρο, τη Μαρία και τον Χρήστο, είναι οι ισχυροί δεσμοί με την οικογένεια και τον τόπο τους, η κοινή ανάγκη για προσωπική αλλά και συλλογική πρόοδο, καθώς και το μόνιμο δίλημμα ανάμεσα στην παραμονή και την αποχώρηση από έναν τόπο οικείο, αλλά ολοένα και πιο στενό για τα όνειρά τους.

Διαβάστε επίσης

Καλλιτεχνικό Βιβλιοδετείο: Η τρίτη γενιά συνεχίζει μια παράδοση 75 ετών
Θερμός, διάβασμα και μεταμεσονύχτιες εξομολογήσεις την περίοδο της εξεταστικής
Τα παλαιοπωλεία της Τοσίτσα και οι άνθρωποι που κρατούν ζωντανό το άτυπο αρχείο της Θεσσαλονίκης
Το μοναδικό κουρδικό εστιατόριο της πόλης, τόπος συνάντησης και μνήμης για μια ολόκληρη κοινότητα