Γιώργος Παπαζώης: 46 χρόνια πίσω από το μπαρ

 Ο Γιώργος Παπαζώης δεν θυμάται πόσους ανθρώπους έχει σερβίρει όλα αυτά τα χρόνια.

Θυμάται όμως τι έπιναν.

Θυμάται ποιος ήθελε το ουίσκι του σε χαμηλό ποτήρι και ποιος σε ψηλό. Ποιος ζητούσε τα παγάκια χωριστά. Ποιος προτιμούσε ένα σοκολατάκι δίπλα στο malt του. Θυμάται ακόμη και όσους άλλαξαν συνήθειες στην πορεία.

«Όταν αλλάζουν ποτό, τους κάνω παρατήρηση. Τους λέω: παιδιά, θα με ενημερώνετε. Δεν μπορεί να πίνει ο καθένας ό,τι θέλει!».

Γελάει όταν το λέει.

Τον περασμένο Μάρτιο συμπλήρωσε 37 χρόνια πίσω από το μπαρ του De Facto και 46 από τότε που βρέθηκε πρώτη φορά πίσω από μπάρα. Έχει δει τη Θεσσαλονίκη να αλλάζει, τις παρέες να μεγαλώνουν, τους θαμώνες να φέρνουν αργότερα τα παιδιά τους και σήμερα τα εγγόνια τους.

«Υπάρχουν άνθρωποι που τους γνώρισα όταν ξεκινούσα και συνεχίζουν να έρχονται».
Ίσως είναι ο μακροβιότερος μπάρμαν της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος δεν δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον τίτλο.

«Μου αρέσει. Είναι μια κοινωνικότητα. Περνάμε ωραία. Είναι ένα μαγαζί που μου ταιριάζει. Γι’ αυτό μένω».

Όταν ξεκίνησε, η πόλη ήταν διαφορετική. Τα μπαρ ήταν λιγότερα. Το De Facto είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός χώρου όπου μπορούσες να δεις δίπλα δίπλα έναν 18χρονο και έναν 80χρονο να περνούν το ίδιο καλά. Ένα μαγαζί που συγκέντρωνε καθηγητές πανεπιστημίου, ανθρώπους του πολιτισμού, διανοούμενους, καλλιτέχνες και θαμώνες που αναζητούσαν κάτι περισσότερο από ένα απλό ποτό.

Στα πρώτα χρόνια φορούσε γραβάτα πίσω από τη μπάρα.

«Ήταν πολλοί διευθυντές τραπεζών, μεγαλογιατροί, καθηγητές πανεπιστημίου…»

Η δική του σχέση με τη μπάρα είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα. Το 1980, φοιτητής στη Γεωπονική του ΑΠΘ, περνούσε ώρες στο Σαντέ της Μητροπόλεως. Έγινε φίλος με τον μπάρμαν και, όταν εκείνος χρειάστηκε κάποια στιγμή να λείψει για ένα ταξίδι, πρότεινε τον Γιώργο για αντικαταστάτη.

Ξεκίνησε με φοβερό άγχος. Το άγχος πέρασε. Η αγάπη για τη δουλειά έμεινε.

Από τότε παρακολουθεί στενά τη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης. Δον Κιχώτης, Fox, Κεντρί, Φλου, Time Out. Θρυλικά μαγαζιά που έχουν πια κλείσει, τα αναφέρει σαν κεφάλαια μιας μεγάλης ιστορίας που την είδε να γράφεται.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα μπαρ της εποχής, το De Facto — μαζί με το Μικρό Καφέ στη Βογατσικού — άνοιγε από το πρωί για καφέ. Υπήρχε έμφαση στο κρασί και αργότερα στα malt ουίσκι, πολύ πριν γίνουν μόδα.

Όμως τα ποτά είναι μόνο η αφορμή.

«Γίνεσαι πιο κοινωνικός. Είναι σημαντικό να ακούς. Με τον καιρό δημιουργείται εμπιστοσύνη».

Η μπάρα είναι ένας ιδιαίτερος χώρος. Ένα σημείο όπου άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μπορούν να μιλήσουν για πράγματα που δεν θα έλεγαν εύκολα αλλού.

Σε αυτές τις δεκαετίες έχει ακούσει αμέτρητες ιστορίες. Έρωτες, χωρισμούς, καβγάδες, συμφιλιώσεις. Έχει δει ανθρώπους να γνωρίζονται, να γίνονται ζευγάρια, να χωρίζουν και να επιστρέφουν χρόνια αργότερα.

Αρκετές φορές χρειάστηκε να πει σε πελάτη ότι δεν πρέπει να πιει άλλο.

«Η δουλειά μου είναι να πουλάω ποτά, αλλά όχι να τους καταστρέφω. Είστε καλά, φτάνει τόσο, τους λέω».

Αν υπάρχει ένα πράγμα που έμαθε όλα αυτά τα χρόνια, είναι να παρατηρεί.

«Μαθαίνεις να διαβάζεις τους ανθρώπους».

Ο δυσκολότερος πελάτης, λέει, δεν είναι ο απαιτητικός. Είναι εκείνος που δεν ξέρει τι θέλει, πού θέλει να καθίσει, τι θέλει να πιει. Εκείνος που βγήκε για να διασκεδάσει, επειδή πρέπει να διασκεδάσει.

Ήρεμος άνθρωπος από τη φύση του, δεν θυμάται πολλές περιπτώσεις που χρειάστηκε να χάσει την ψυχραιμία του. Συνήθως επενέβαινε μόνο όταν κάποιος ενοχλούσε μια γυναίκα.

«Προστατεύεις το μαγαζί και τον πελάτη με αυτόν τον τρόπο».

Η ίδια λογική ίσχυε και στα πιο απλά πράγματα. Όταν κάποιος άνδρας ήθελε να κεράσει ποτό σε μια γυναίκα, εκείνος πρώτα τη ρωτούσε αν το δέχεται.

Αυτό που παρατηρεί σχετικά με τις εκατοντάδες προσωπικότητες που έχουν περάσει από το De Facto, Έλληνες — όλα τα μουσικά και θεατρικά σχήματα που ανέβαιναν από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη περνούσαν από εκεί και αναφορές σε τέτοιες στιγμές κάνει ο Κωνσταντίνος Τζούμας στο βιβλίο του Πανωλεθρίαμβος (Καστανιώτης, 2010) —, αλλά και διεθνείς, όπως ο Ακίρα Κουροσάβα και ο Ζαν-Πιερ Λεό, είναι ότι «δεν είχαν έπαρση».

Ήταν όμως και τα πάρτι…

Για χρόνια, τα πάρτι του De Facto ήταν σημείο αναφοράς για την πόλη.

Συχνά ξεκινούσαν χωρίς πρόγραμμα και κατέληγαν να γράφουν μικρές ιστορίες της πόλης μέχρι το ξημέρωμα.

Οι λέξεις που επανέρχονται διαρκώς στη συζήτηση με τον Γιώργο Παπαζώη είναι η ευγένεια και ο σεβασμός.

«Για να κάνεις αυτή τη δουλειά πρέπει να νιώθεις ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι καλεσμένοι σου. Σαν να τους έχεις στο σπίτι σου».

Θυμάται την εποχή που οι θαμώνες έπιναν τέσσερα και πέντε ποτά. Θυμάται τον νόμο Παπαθεμελή, όταν έπρεπε να διώχνουν τον κόσμο και κανείς δεν ήθελε να φύγει. Θυμάται τα καλοκαίρια που το μαγαζί έκλεινε και οι παρέες συνέχιζαν να κάθονται έξω μέχρι το ξημέρωμα.

Μετά ήρθαν τα κινητά τηλέφωνα.

Μετά ήρθε η οικονομική κρίση.

Μετά ήρθε ο Covid.

«Το 1989 χόρευαν πάνω στο μπαρ. Το 1999 ήταν όρθιοι και μιλούσαν. Το 2009 άρχισαν να σταματούν να επικοινωνούν. Το 2019 ο καθένας μόνος με το κινητό του».

Δεν άλλαξε μόνο η διασκέδαση.

«Γίναμε πιο αγενείς. Πιο νευρικοί».

Το λέει χωρίς νοσταλγία. Περισσότερο σαν παρατήρηση ενός ανθρώπου που βλέπει καθημερινά την πόλη να περνά μπροστά από τα μάτια του.

Σήμερα δουλεύει μόνο δύο φορές την εβδομάδα. Περισσότερο για τη χαρά της συνάντησης παρά από επαγγελματική υποχρέωση.

Κάνει κάθε χρόνο 1-2 ταξίδια στο εξωτερικό. Αν υπάρχει μια καλή έκθεση στο Άμστερνταμ ή μια καλή συναυλία στο Βερολίνο, θα πάει. Παρατηρεί μπαρ στο Εδιμβούργο, στο Δουβλίνο, στη Μπρατισλάβα, σε όποια πόλη βρεθεί. Συνεχίζει να μαθαίνει.

Και αν έχει να δώσει μια συμβουλή στους νεότερους, είναι να κάνουν κάτι που αγαπούν. Ο ίδιος εξακολουθεί να αγαπά τη νύχτα.

Θυμάται ένα πρωινό πριν από αρκετά χρόνια. Έβρεχε, φυσούσε και η Λέλα, η σύντροφός του, ετοιμαζόταν να φύγει για τη δουλειά.

«Και τότε θυμήθηκα γιατί προτιμούσα πάντα να δουλεύω βράδια».