Το άκουσε πρώτη φορά από τη θειά του, τη Θοδωρίτσα, που δήλωνε ανυποψίαστη δεξιά κι αριστερά, καμαρώνοντας σχεδόν, ότι ο γιατρός «την βρήκε άσμα» και γι’ αυτό δεν μπορεί ν’ ανεβεί βιαστικά τον ανήφορο για την Κόκκινη Βρύση. Ήταν παιδί ακόμα τότε κι εντυπωσιάστηκε χωρίς να ξέρει καλά καλά το γιατί. H λέξη άσμα, ως ήχος μόνο, του κόλλησε στο μυαλό.
Μεγαλώνοντας ο Σωτηράκης ο Φούρκας ή Φούρκογλου, ο γνωστός κατόπιν στις πιάτσες ως Μουσικός, αγάπησε με πάθος το κλαρίνο, αγόρασε ένα κι έμαθε να το παίζει με τσαχπινιά και μαστοριά δεξιοτέχνη. Μέσα στη στενάχωρη αυλή της παράγκας του, την κυριολεκτικά γαντζωμένη στην έξω μεριά του δυτικού τείχους, αφιέρωνε ώρες και ώρες εξάσκησης πάνω σε κλειδιά και νότες, ώσπου έγινε περιζήτητος όχι μόνο μέσα στα όρια του μαχαλά του, πέριξ του Καφαντάρη*, αλλά κι έξω απ’ αυτόν, στα γύρω χωριά, Διαβατά, Σίνδο, Νεοχωρούδα, Αγχίαλο, Τόψιν κι ακόμα πιο μακριά. Συχνά πυκνά τον καπάρωναν να παίξει σε πανηγύρια και γάμους μήνες νωρίτερα.
Είχε μεγάλη πέραση στα πανηγύρια ο Σωτηράκης. Όταν γιορτάζαν οι Δώδεκα Απόστολοι, εκεί παρακάτω από το σπίτι του, παραμονή, σαν τέλειωνε ο εσπερινός, σκαρφάλωνε στα ρημαγμένα λείψανα του τείχους και συνέχιζε τη δικιά του λειτουργία με το κλαρίνο. Ίδιος βυζαντινός σαλπιστής φρουρός επί των επάλξεων. Από τη μέσα μεριά του τείχους συνωστίζονταν οι ευσεβείς προσκυνητές της χάρης των Αποστόλων. Από την έξω οι προσκυνητές και θεράποντες άλλων χαρίτων, της οδού Ειρήνης. Το τείχος χώριζε τους ευσεβείς από τους αμαρτωλούς, το κλαρίνο όμως του Σωτηράκη ακόμα και τείχη γκρέμιζε. Ε, αυτό κι αν ήταν πανηγύρι!
Είναι αλήθεια ο πατέρας του, Θεός σχωρέσ’ την ψυχούλα του, δούλευε σ’ ένα εργαστήριο «Κλειδοκυμβάλων και κυλινδρικών οργάνων». Λατέρνατζης δηλαδή. Ε, δε θα ‘μπλεκε κι ο Σωτηράκης με τη μουσική; Σόι πάει το βασίλειο.
Είχε πάθος το παίξιμο του Σωτηράκη, ευαισθησία και συγκίνηση. Γρήγορα το παρατσούκλι Μουσικός μετατράπηκε σε μια προσφώνηση όλο σεβασμό, που του άξιζε. Ο Σωτηράκης ήτανε μουσικός γενικής αποδοχής. Ξεσήκωνε τον κόσμο να τραγουδήσει, να χορέψει, να χαθεί στα όνειρά του, να κλάψει με τ’ απίθανα τσαλίμια του νταλγκά που έβγαινε απ’ τα πνεμόνια του.
Σ’ ένα τέτοιο πανηγύρι στην Κουλακιά άκουσε για δεύτερη φορά την λέξη άσμα. Τους είχε πιάσει το ξημέρωμα στο γλέντι και βγήκαν έξω από το καφενείο ν’ ανασάνουν καθαρόν αέρα. Παραμονή πρωτοχρονιάς, ο καιρός βαρύς. Τότε τους πρωτόδε ο Σωτηράκης. Χαμηλά πετούσαν, κοπάδι ολόκληρο πάνω από τα κεφάλια τους με κατεύθυνση τη θάλασσα. Σάστισε, πρώτη του φορά έβλεπε τέτοια πουλιά. Όμορφα, με πειθαρχία στρατιώτη και αυτοκρατορικό μεγαλείο στο ανάλαφρο πέταγμά τους.
– Είναι κύκνοι, τον πληροφόρησε κάποιος από την παρέα. Κάθε τέτοια εποχή έρχονται στο δέλτα και ξεχειμωνιάζουν.
– Φαίνονται όμορφα πουλιά, κελαηδάνε κιόλας; ρώτησε ο Σωτηράκης.
– Μόνο σαν είναι να πεθάνουν. Λένε το κύκνειο άσμα τους, αν έχεις ακουστά.
Ώπα! Να το! Ο φίλος μας θυμήθηκε ύστερα από τόσα χρόνια τη θειά του τη Θοδωρίτσα και το «άσμα» της, χωρίς να καταφέρει όμως να προσδιορίσει ποια σχέση είχε το δικό της με το άσμα των κύκνων. Μια αρρώστια δηλαδή, μ’ ένα τραγούδι πουλιών, έστω κι επιθανάτιο.
– Μόνο σαν είναι να πεθάνουν; παραξενεύτηκε ο Σωτηράκης. Σάματις όμως κι η θειά του από το «άσμα» της δεν πέθανε;
– Λένε ακόμη, συμπλήρωσε τότε ο πολύξερος κι έκλεισε το μάτι στους άλλους, πως αν ακούσουν κάποια μελωδία εξαιρετική, τότε ακολουθούν κι αυτοί στο τραγούδι κι ας μην είναι η ώρα τους να πεθάνουν. Με το τραγούδι λύνονται και τα μάγια, γιατί, ξέρεις; είναι μαγεμένα αυτά τα πουλιά. Και τότες φανερώνονται πεντάμορφες κοπέλες, οι Νεράιδες, οι αδερφές του Μεγαλέξαντρου. Το λύσιμο αυτό βαστάει όσο και το τραγούδι, μετά ξαναγίνουνται κύκνοι.
– Αυτό έχει χρόνια και ζαμάνια να συμβεί, είπε ένας άλλος. Δεν υπάρχουν πια μουσικές στις μέρες μας που να λύνουν τα μάγια.
Το απλοϊκό αυτό ανακάτωμα διαφορετικών παραμυθιών – μάγια, Νεράιδες, αδελφές του Μεγαλέξαντρου – φάνταξε στην απονήρευτη ψυχή του Σωτηράκη σα γοητευτικό μυστήριο, που τον κέντριζε να καταδυθεί στα άδυτά του και να το αποκαλύψει. Από κείνη τη στιγμή το ‘βαλε μεσ’ την καρδιά του, αμέτι μουχαμπέτι, να είναι ο επόμενος τυχερός που θα λύσει τα μάγια.
Το άλλο κιόλας απόγευμα από νωρίς πήρε το κλαρίνο του και μ’ ένα ταξί αγκαζέ τράβηξε για την Κουλακιά. Παρακάλεσε τον ταξιτζή να τον πάει μέχρι τη θάλασσα, στις εκβολές του Αξιού. Μα σαν προχώρησαν κανα χιλιόμετρο στον λασπωμένο χωραφόδρομο, ο οδηγός σταμάτησε.
– Εγώ δεν πάω παρακάτω, του το ξέκοψε. Δεν έχω σκοπό να λαμώσω σ’ αυτούς τους λασπότοπους πρωτοχρονιάτικα. ΄Αμα θέλεις να πας, τράβα με τα πόδια.
Ο Σωτηράκης τον πλήρωσε, κατέβηκε και με βιαστικό βήμα, σχεδόν τρέχοντας μην τον προλάβει η νύχτα, προχώρησε προς τα κάτω. Η Χηναρού* από κει που τον άφησε το ταξί απέχει κάπου έξη χιλιόμετρα. Έκανε την απόσταση σε λιγότερο από μιαν ώρα, παρά τα χρονάκια του και παρ’ όλο που τα παπούτσια του είχανε γίνει μολύβια από το βάρος της λασπούρας. Σ’ ένα γύρο με το μάτι του αντάμωσε δυο κύκνους να κολυμπούν ανάμεσα σε νησάκια από καλαμιές. Χτύπησε η καρδιά του δυνατά σα να ‘βλεπε αγαπημένα πρόσωπα ύστερα από μακρύ χωρισμό.
Έπιασε το κλαρίνο του κι έπαιξε τον πρώτο σκοπό. Ένα αργόσυρτο σβαρνιάρικο ταξίμι, σιγά σιγά και διστακτικά για να μην τους τρομάξει και του φύγουνε. Τα πουλιά κούνησαν μια δυό φορές το κεφάλι για να συλλάβουν από πού έρχεται ο ήχος. Πλησίασαν αργά. Αυτά απομακρύνθηκαν αμέριμνα, αδιαφορώντας για το ταξίμι και την καρδιά του Σωτηράκη, που χτυπούσε σε ρυθμούς αγωνίας. Τα βατράχια πάντως ανταποκρίθηκαν προθυμότερα στο κάλεσμά του και σεκοντάρισαν όλα μαζί τον παραπονιάρικο χαβά του κλαρίνου σε μια ωδική συμφωνία.
Κύκνοι δεν ξαναφάνηκαν. Νύχτωσε, το κρύο έγινε ανυπόφορο, τα δάχτυλα του πήραν ν’ αγκυλώνουν και ο Σωτηράκης αποφάσισε να εγκαταλείψει την πρώτη του προσπάθεια.
Εκεί να δεις ταλαιπωρία μέσα στη νύχτα. Δεν του ‘φτανε η τετράωρη πεζοπορία μέσα στους χωματόδρομους με κείνη την τεθλασμένη αναζήτηση στερεάς γης μέσα στις λάσπες αλλά έπιασε και μια σιγανή ποτιστική βροχή, απ’ αυτές που χαίρονται οι γεωργοί γιατί κρατούνε με τις ώρες και χορταίνουν το χώμα νερό. Χόρτασε και το κορμί του Σωτηράκη, νοτίστηκε ως το κόκκαλο. Σταμάτησε για λίγο, εκεί στις εκβολές του Γαλλικού να πάρει δυο ανάσες και ν’ αφουγκραστείτην ομοιοκαταληξία της βροχής με το ποτάμι.
Δεν το ‘βαλε κάτω. «Είμαι Σαβατογεννημένος», σκεφτόταν «και η τύχη δε θα μ’ εγκαταλείψει».
Πήγε και ξαναπήγε πολλές φορές από τότε. Δοκίμασε όλους τους σκοπούς που ήξερε σε αμέτρητες παραλλαγές. Συρτούς, καλαματιανούς, σμυρναίικους, ποντιακούς τικ και ομάλ, βουκολικούς της Ηπείρου, σκοπούς του γάμου, θρακιώτικες μπαϊντούσκες. Ακόμα και τσιφτετέλια τους έπαιξε και
μερακλίδικους αμανέδες, αν και από μέσα του καταλάβαινε πως τέτοιοι λαϊκοί δρόμοι δεν ταίριαζαν διόλου με την αρχοντική καμωσιά των κύκνων και άρα και με τα γούστα τους ενδεχομένως. Ωστόσο τα δοκίμασε – με τους αριστοκράτες ποτέ δεν ξέρεις -, μέχρι και κάτι απίθανα λησμονημένα
κομμάτια που τα ‘χε μάθει παλιά από ένα γύφτο ζουρνατζή. Τα μάγια όμως φαίνεται πως ήτανε πολύ σφιχτά δεμένα και ήθελαν έναν ξεχωριστό τρόπο για να λυθούν. Μα ποιον;
* * *
Βράδυ του Μάρτη με παγωμένη αστροφεγγιά ο Σωτηράκης αποφάσισε να παίξει το τελευταίο κομμάτι πριν φύγει. ΄Οχι ένα από τα γνωστά και τα χιλιοπαιγμένα του μα έναν αυτοσχεδιασμό βγαλμένο κατ’ ευθείαν από τη λαχτάρα της ψυχής. Ένα γρήγορο ανεβοκατέβασμα σ’ όλα τα σκαλοπάτια των μουσικών τρόπων, άλλοτε λαχανιασμένο, άλλοτε παραπονιάρικο κι ύστερα πάλι φορτσαριστό χωρίς εύκολα κρεσέντα. Μ’ ένα απότομο γύρισμα ξεσπούσε σε ιαχή θριάμβου μετά από ανέλπιστη νίκη.
Τότε ένας κύκνος πλησίασε και σταμάτησε μπροστά του. Κι ενώ η έξαψη του Σωτηράκη φούντωνε μέσα σ’ ένα τέλειο συνταίριασμα ήχων, ο κύκνος άνοιξε τα φτερά του και – Μέγας είσαι Κύριε! – φανερώθηκε η πεντάμορφη. Ένιωσε την καρδιά του να λιγώνεται, να σταματάει. Για μια στιγμή μονάχα. Ύστερα παίρνοντας μια βαθειά αναπνοή χαμήλωσε τους τόνους και ο θρίαμβος της χαράς έγινε κάλεσμα ερωτικό και παράκληση.
Η πεντάμορφη υπάκουσε στο κάλεσμα και χόρεψε εκεί μπροστά του στην όχθη, στροβιλίζοντας το σώμα της πάνω στις ρόδινες πατούσες ανάλαφρα, λικνίζοντας τα χέρια της, τα μακριά και ευκίνητα, έτοιμη να πετάξει. Τα ξέπλεκα μαλλιά της φούσκωναν και ανασηκώνονταν για λίγο, ύστερα πάλι κάθονταν απαλά στους ώμους της. Γύρω από το σώμα και το λυγερό λαιμό έπαιζε το κάτασπρο πέπλο της, πότε σκεπάζοντας και πότε αφήνοντας να φανεί η ολόλευκη πουπουλένια σάρκα.
Η μυρωδιά της θηλυκιάς της αλμύρας πλημμύριζε την ατμόσφαιρα γύρω του. Εκείνος τη ρουφούσε αχόρταγα και την έστελνε πίσω σαν φιλί και σαν αγκάλιασμα φυσώντας μέσα από τον αυλό του κλαρίνου μείζονες και ελάσσονες.
Μετά την πρώτη έκπληξη και τη χαρά που τη διαδέχτηκε, θυμήθηκε τα λόγια του πολύξερου, «τα μάγια λύνονται όσο κρατάει το τραγούδι», και μια ανησυχία τον πήρε, τον ίδρωσε ξαφνικά μέσα στην παγωνιά της νύχτας. «Δεν πρέπει να σταματήσω», σκέφτηκε παρατείνοντας τον αυτοσχεδιασμό του, ενώ τα πόδια άρχισαν να μουδιάζουν από την ορθοστασία και το κρύο, να κόβονται, στο τέλος να μην τα ορίζει καν. Οι φλέβες του λαιμού να φουσκώνουν τόσο πολύ από την προσπάθεια που κόντευαν να εκραγούν, τα μάτια να κοκκινίζουν από την κούραση και η καρδιά στην κορύφωση της λειτουργίας της να προσπαθεί να συνταιριάσει τις απαιτήσεις του κορμιού, που δεν άντεχε παραπάνω, και τη λαχτάρα της ψυχής, που επέμενε να συνεχίσει χωρίς τελειωμό.
Σ’ αυτήν την πάλη νίκησε η ψυχή και η καρδιά παραδόθηκε.
Την άλλη μέρα το πρωί Κουλακιώτες ψαράδες τον περιμάζεψαν παγωμένο, με το κλαρίνο του στην αγκαλιά. ΄Ενα κοπάδι κύκνων κολμπούσαν ολόγυρα, ως να ‘θελαν να προφυλάξουνε το σώμα του γητευτή τους, του Σωτηράκη.