Οι μετασεισμικές δονήσεις αποδυναμώθηκαν και σταμάτησαν. Στην οδό Βατικιώτου, όπως σχεδόν παντού, σε όλη την πόλη, η ζωή θα συνεχιστεί απτόητη, θα κελαρύσει πάλι ασυναίσθητα, αναπόφευκτα, αναγκαστικά. Ό,τι και να κάνεις θα σε πάρει μαζί της στο ρεύμα του χρόνου, στην κατευναστική καθημερινότητα, στην ρουτίνα της επιβίωσης, του βάσανου και της μικροχαράς.
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Τεύχος 65 (Σεπτέμβριος 2018) της έντυπης έκδοσης του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ
Αποκτήστε τη δική σας συνδρομή εδώ: https://www.culturalsociety.gr/eshop/
Το βλέπουμε στην κεντρική φωτογραφία: καφάσια το ένα βαλμένο καπακωτά στο άλλο, από πάνω μια εφημερίδα και το αυτοσχέδιο ημιυπαίθριο τραπεζάκι είναι έτοιμο. Μια μπίρα, άρτος, λίγο τυράκι, καμιά ντομάτα και το παρεάκι: ένας φαντάρος της γειτονιάς με σαρανταοχτάωρη, ο μαγαζάτορας που πουλάει ψωμί, ένας πελάτης, ίσως κι ένας περαστικός φίλος. Κάτσε να πιούμε μια μπίρα, ρε φιλαράκι. Δεν είδες τι γίνεται; Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Σου τραβάει ένα εξαμισάρι ρίχτερ ενώ ροχαλίζεις δίπλα στην κυρά και σε στέλνει αδιάβαστο. Όποιος γλίτωσε γλίτωσε. Κοίτα τι θα κάνουμε από δω και πέρα. Κάτσε, πάρε ένα μεζέ κι έχει ο θεός. Η Παοκάρα τι λες να κάνει την Κυριακή;
Δίπλα άλλοι καταστηματάρχες – τυπικοί Έλληνες από ταινία του ‘70. Νομίζεις ότι από το Οπωροπωλείο θα βγεί σε λίγο και ο Παπαγιαννόπουλος. Μπροστά στο μαγαζί απλωμένα στα καφάσια τα ζαρζαβατικά – να τα ραντίζουμε με λίγο νερό πότε πότε για να φαίνονται φρέσκα. Διότι το εμπόριο δεν σταματάει ποτέ.
Σεισμός-ξεσεισμός, το αλισβερίσι συνεχίζεται για να κρατάει την ζωή στα ίσα της. Η λαχαναγορά ξενυχτάει ό,τι και να συμβεί και πρέπει χαράματα το εμπόρευμα να είναι στο μαγαζί. Όλοι θέλουν να φάνε. Και οι σκηνίτες που ξέμειναν στις αλάνες, και οι άλλοι με τα ραγισμένα σπίτια, και οι πλανώμενοι, και εκείνοι των οποίων η πολυκατοικία άντεξε. Όσοι σώθηκαν, θα πεινάσουν. Το ζαρζαβάτι και δίπλα το αρτοπωλείο είναι η μόνη αιώνια αλήθεια, η μόνη ανάλλαχτη πραγματικότητα. Η επιβίωση. Άρα, να πιούμε καμιά μπιρίτσα, να έχουμε και το νού μας στο μαγαζί. Διότι ο πελάτης, κύριε, ότι και γίνει θα ρθεί να ψωνίσει. Γλίτωσες από την κακιά ώρα; Θα ζήσεις χίλια χρόνια. Άντε, τώρα, φτου κι απ’ την αρχή. Έχουμε ακόμα πολύ αβάντσο.
Ο φαντάρος:
– Πότε λες θα γίνει ο επόμενος σεισμός;
Ο μαγαζάτορας:
– Ποιος ξέρει μετά από πόσα χρόνια… Άραγε θα τον προλάβουμε; Ή, θα τον χάσουμε;