Εν Θεσσαλονίκη: Περί δρόμων και τάφων αφάς…
Η αξία των τάφων και της ονοματοδοσίας δρόμων παραμένει ως μελλοντικό εργαλείο διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς
- Μανόλης Ξεξάκης
- Κεντρική φωτό: Αλέξανδρος Αβραμίδης
- 11/9/2025
Την ώρα δηλαδή που «ανάβουν» οι δρόμοι και οι τάφοι. Αυτό σημαίνει – κυριολεκτικά – ο τίτλος που διαβάσατε, και που είναι παράφραση του «περί λύχνων αφάς», μιας έκφρασης με ιστορία.
Παίρνω το σχετικό απόσπασμα από τον γ΄ τόμο του μυθιστορήματός μου Το θέατρο της Οικουμένης.
«…στον 1o Παγκόσμιο Πόλεμο, στάλθηκε, υποτίθεται, διαταγή από τα μετόπισθεν σε προκεχωρημένη μονάδα του μετώπου που έλεγε: “Επίθεση, περί λύχνων αφάς”. Να επιτεθούν δηλαδή στον εχθρό την ώρα που ανάβουν οι λύχνοι, μόλις πέσει το σκοτάδι. Ο αγράμματος στρατιώτης που έλαβε τη διαταγή, αντιτηλεγράφησε μετά από λίγες ώρες: “Το φιτίλι [του λύχνου] το φάγαμε, στρατηγέ μου, το λάδι το ήπιαμε, αλλά ο λύχνος είναι τζίγκινος και δεν μασιέται”».
Το «Βιβλίο των Δρόμων» και το «Βιβλίο των Τάφων»
Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι ήρθε η ώρα να αξιοποιήσουμε με δύο βιβλία τα ονόματα που δίνουμε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, καθώς και την ιστορία σημαντικών προσώπων που έλιωσαν κάτω από τις μαρμάρινες πλάκες ή το απλό γαρμπίλι των τάφων στα νεκροταφεία μας.
Το «Βιβλίο των Δρόμων» και το «Βιβλίο των Τάφων» θα πρέπει να ανατεθούν σε ευφυείς επιστήμονες, που δεν θα σταθούν στις ασημαντότητες των συνηθισμένων βιογραφικών των προσώπων που έγιναν δρόμοι και τάφοι, αλλά μόνο στο πρωτότυπο έργο τους ή στα σημαντικά γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησαν ή και όσα κοσμογονικά συνέβησαν στην εποχή τους.
Μόνο έτσι οι νέοι μας θα τα διαβάσουν και θα μαθαίνουν χωρίς να κοπιάζουν. Και ίσως αυτό να συμβάλει στην κοινωνικοποίησή τους, σε λιγότερους βανδαλισμούς από τους ασύμμετρους μπαχαλάκηδες που καταστρέφουν και λεηλατούν κατά καιρούς τα δημόσια κτίρια, τα πανεπιστήμια και τους χώρους όπου αναπτύσσεται κοινωνική ζωή.
Οπότε, μπορεί ούτε η παρούσα δημοτική αρχή να μη μάζεψε τα σκουπίδια – επειδή είναι ριζωμένα μέσα μας – αλλά ένα πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση το έκανε: ονόμασε έναν δρόμο της Θεσσαλονίκης με το όνομα του σεμνότερου, διεισδυτικότερου συγγραφέα της, του Αλμπέρτου Ναρ. Πρόσθεσε δηλαδή μια προσωπικότητα στο μελλοντικό «Βιβλίο των Δρόμων».
Αυτόν τον στοχαστικό τρόπο βιογράφησης που ανέφερα, τον εφάρμοσα σε ένα σημείο του βιβλίου μου, στο οποίο ο ήρωας κατεβαίνει από το λεωφορείο στη στάση Πέτρου Συνδίκα και: «…Ο Συνδίκας, σκέφτηκε, ήταν δήμαρχος διορισμένος από τους στρατιωτικούς που έκαμαν το Κίνημα του 1922. Επί δημαρχίας του, το 1925, έγιναν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές για τοπική αυτοδιοίκηση στις Νέες Χώρες, στους νομούς δηλαδή που προσαρτήθηκαν τότε στην Ελλάδα…».
Το «Βιβλίο των τάφων» πάλι θα μπορούσε να περιέχει στοιχεία για τα σημαντικά πρόσωπα που θάφτηκαν στα νεκροταφεία μας ή σε νεκροταφεία της πόλης που έχουν καταστραφεί.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο στα κατεστραμμένα νεκροταφεία της Θεσσαλονίκης αποτελεί το εβραϊκό, και το περιγράφει πληρέστατα ο Λέων Ναρ στο βιβλίο του.
Στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας με είχε στείλει κάποτε ο «εξόριστος» τότε στο Παρίσι Ηλίας Πετρόπουλος για να φωτογραφίσω τον τάφο με την προτομή του Νικολάου Μουσχουντή, αστυνομικού διευθυντή Θεσσαλονίκης, κουμπάρου του Τσιτσάνη. Τη φωτογραφία χρησιμοποίησε στα Ρεμπέτικα.
Να σημειώσω ότι ο Ηλίας, ένας σπουδαίος αντιφατικός άνθρωπος των τεχνών, που τον πέθανε η συσσωρευμένη μέσα του οργή για τα στραβά του κόσμου, αν και αφιέρωσε αρκετά χρόνια για τη φωτογράφηση και παρουσίαση των τάφων των ελληνικών νεκροταφείων, προτίμησε για τον εαυτό του τη λήθη. Ζήτησε να αποτεφρωθεί και να πεταχτούν οι στάχτες του στους υπονόμους του Παρισιού.
Αντίθετα, ο συγγραφέας Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης ζήτησε να ταφεί στην αυλή ενός μοναστηριού στην Ορμύλια. Ήταν, ωστόσο, υπέρμαχος του εκπαιδευτικού χαρακτήρα των δημόσιων νεκροταφείων, όπως φαίνεται και από μια επιστολή του στην οποία λέει ότι επιστρέφοντας μ’ αισιόδοξο νου και καρδιά, μετά από επίσκεψή του στο κοιμητήριο της «Βαγγελίστρας» στη Θεσσαλονίκη, απάντησε στη συνέχεια στο ερώτημα «η κότα πρώτα ή τ’ αυγό», προτείνοντας αντί για το αβγό της κότας τον λίαν εύγευστο γόνιμο κρόκο της φούσκας (Microcosmus Bulcatus το λέει, αλλά ίσως δεν είναι σωστό το Bulcatus), ενός θαλασσινού μαλακίου που τρώγεται τη Σαρακοστή.
Το θέμα των τάφων που θα βρουν οι επόμενες γενιές περιπλέκεται από την επιθυμία της καύσης κάποιων, που όμως εμποδίζεται από τις κυρίαρχες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ήδη σπουδαίος ποιητής της Θεσσαλονίκης πριν από χρόνια είχε ζητήσει την καύση του, η οποία και έγινε σε γειτονική χώρα.
Περιπετειώδη πορεία είχαν, επίσης, οι στάχτες της Μαρίας Κάλλας. Αφού έμειναν αρκετό καιρό στις αχανείς προθήκες στο Περ Λασέζ στο Παρίσι, βρέθηκαν τελικά στην Ελλάδα μαζί με τη διατυπωμένη σε διαθήκη επιθυμία της να σκορπιστούν στο Αιγαίο. Κανείς δεν θέλει να θυμάται εκείνη τη σκηνή, όπου ένας υπουργός Πολιτισμού τη σκόρπισε άγαρμπα, κόντρα στον αέρα, με αποτέλεσμα οι παριστάμενοι να φτύνουν αηδιαστικά όση τούς ήρθε στα μούτρα.
Εργαλείο διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς
Έτσι, και με δεδομένο ότι δεν είμαστε Κινέζοι για να αυξηθούμε υπέρμετρα, η αξία των τάφων παραμένει και ως μελλοντικό εργαλείο διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς, καθώς και εκείνων που πρόκειται να καλογερέψουν: οι παλιότεροι οδηγούν τους δόκιμους στο κοιμητήριο της μονής και στο κενοτάφιο όπου τους επιδεικνύουν τους τάφους και τα γυμνά οστά, αυτά που θα απομείνουν από όλους μας.
Διαθήκες, πάντως, για την τύχη των ιχνών τους άφησαν πολλοί διάσημοι. Οι περισσότεροι προτίμησαν τάφο σε συγκεκριμένη θέση ή και τάφο που θα εξαφανιστεί και θα είναι χρήσιμος μόνο στον κάτοχό του, που υποτίθεται θα έχει μεταθανάτια ζωή.
Παράδειγμα ο μαρκήσιος Ντε Σαντ, που ζήτησε να ταφεί σε έναν λόφο χωρίς διακριτικά, για να εξαφανιστεί με τα χρόνια το σημείο, και να φυτευτούν γύρω και πάνω στο μνήμα του βελανιδιές, έτσι ώστε να απολαμβάνει τη μυρωδιά από τα άνθη τους, που – κατά τη γνώμη του – μοιάζει με τη μυρωδιά των γεννητικών οργάνων των γυναικών σε διέγερση. Υπάρχουν κι αυτά, η ποικιλία των ζωντανών οργανισμών είναι ατέλειωτη.
Να σημειωθεί ότι εκτός από την οικειοθελή εξαφάνιση των ιχνών, γίνεται προσπάθεια από τις αρχές να μην υπάρξουν τάφοι για μισητά πρόσωπα, π.χ. του Μπιν Λάντεν, διότι πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα τους αποδίδουν τιμές.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, ωστόσο, υψιπετής των ιδεών και των μεγάλων ερωτημάτων, ζήτησε να ταφεί στο ψηλότερο σημείο του Ηρακλείου Κρήτης, στον Προμαχώνα Μαρτινέγκο των ενετικών τειχών, και να χαραχτεί στην πλάκα του τάφου του: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος», δίνοντας έτσι ένα δραματικό τέλος στην εναγώνια πνευματική αναζήτησή του.
Ομοίως ψηλά στον λόφο του προφήτη Ηλία, στο Ακρωτήρι Χανίων, βρίσκονται οι τάφοι των Βενιζέλων, πατέρα Ελευθερίου και γιου Σοφοκλή.
Ο ίδιος ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, σε ένα ποίημά του διατυπώνει ίσως την προσδοκία του για το μεταθανάτιο μέλλον, ανάμικτη και με συγκινητικό συναισθηματισμό:
«Να βρέξεις με το δάκρυ σου το διψασμένο χώμα»
Εις ένα μνήμ’ αγνώριστον μικρού κοιμητηρίου / δεν θέλω να το βλέπωσιν ακτίνες του ηλίου / μηδέ κυπάρισσος σκαιά, μηδ’ απεχθής ιτέα, / να το σκιάζει, καταιγίς ας το χτυπά βιαία! / Και δεν ποθώ θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν, / να έλθεις μόνο σου ζητώ, μίαν θαμβήν πρωίαν, / να βρέξεις με το δάκρυ σου το διψασμένο χώμα, / κι ας σβήσει με το δάκρυ σου και τ’ όνομά μου ακόμα.
Επίσης, πριν από μερικά χρόνια πέρασε σε ιδιώτη ο χώρος όπου βρίσκεται ο τάφος του ποιητή Ανδρέα Κάλβου, στον περίβολο της εκκλησίας της Αγίας Μαργαρίτας στο Λάουθ της Αγγλίας, και είναι αμφίβολη η τύχη του. Ήδη έχει αφαιρεθεί η αναμνηστική πλάκα που είχε εντοιχίσει κάποτε ο Γιώργος Σεφέρης. Υπάρχει όμως – η πλάκα – στο μουσείο του Λάουθ. Ο Κάλβος είχε πεθάνει σ’ αυτήν την πόλη το 1869.
Κάπως περίεργα είδε τα μεταθανάτιά του ένας έλληνας συγγραφέας που έζησε στο «σιδηρούν παραπέτασμα» για χρόνια. Όπως μου διηγήθηκε ο βιβλιοπώλης Μανόλης Μπαρμπουνάκης, φανταζόταν ότι όπου και να είναι ο τάφος του θα απολαμβάνει, έτσι όπως θα βρίσκεται ανάσκελα, την εσωτερική θέα κάτω από τα φουστάνια των γυναικών που θα πλησίαζαν στον τάφο του.
Σοβαρά και ευτράπελα
Υπάρχουν κι άλλα πολλά ευτράπελα αλλά και σοβαρά με τους τάφους και τους δρόμους. Όπως, για παράδειγμα, η ακύρωση του ονόματος ενός δρόμου, επειδή το όνομα που υπήρχε στους τοίχους ανήκε σε πρόσωπο με όχι και τόσο καλή συμπεριφορά στη γερμανική Κατοχή.
Και όσοι τους έζησαν, διηγούνται ομηρικούς καβγάδες στα δημοτικά συμβούλια για τα πρόσωπα που προτείνονται και τα οποία δεν είναι πάντα άκακοι συγγραφείς, αλλά πολιτικοί τους οποίους κάποιοι θέλουν να καταστήσουν ορατή εθνική μνήμη. Κάπως έτσι η λεωφόρος των Εξοχών έγινε βασιλίσσης Όλγας, η παραλιακή λεωφόρος Κένεντι έγινε Μεγάλου Αλεξάνδρου κτλ.
Δεν έχουν, επομένως, τα βιβλία που προτείνω προβλήματα μόνο με την καύση των νεκρών, αλλά και οι δρόμοι με τις πολιτικές πεποιθήσεις. Είναι, όμως, φανερό ότι πρέπει να διατηρηθεί και να αξιοποιηθεί αυτό το κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Εάν η νεολαία της Ελλάδας δεν διδαχτεί από το παρελθόν, μας περιμένει όλους βαρύγδουπο δαιμονισμένο μέλλον.
Δεν είπαμε για τους αρχαίους τάφους, διότι είναι άλλο κεφάλαιο. Ο Γιάννης Σακελλαράκης, πάντως, με τις ανασκαφές του στη Ζώμινθο της Κρήτης, επιβεβαίωσε από τις ταφές που βρήκε την ακρίβεια των λεγομένων του Ομήρου, ότι δηλαδή δεν ήταν παραμύθια, κι ότι τα έπη του αφηγούνται την πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Η περιπέτεια του τάφου του Mεγάλου Aλεξάνδρου, που αναζητείται με μανία, είναι επίσης γνωστή.
Όσο για τους τάφους αλλού, αξίζει ίσως να πούμε για τους τάφους των ποιητών Έζρα Πάουντ και Γιόζεφ Μπρόνσκι, του Σεργκέι Ντιαγκίλεφ που ίδρυσε τα Ρωσικά Μπαλέτα, και του μουσουργού Ιγκόρ Στραβίνσκι στη Βενετία. Βρίσκονται στο νησάκι-νεκροταφείο της, το Σαν Μικέλε, και τους επισκέπτονται χιλιάδες κάθε χρόνο.
Στον τάφο του Μπρόνσκι, που ήταν μανιώδης καπνιστής, μπορεί κάποιος να δει τσιγάρα που του αφήνουν συνάδελφοί του αυτής της καρδιοδολοφονικής συνήθειας.
Στο «Βιβλίο των Δρόμων» και το «Βιβλίο των Τάφων» της Θεσσαλονίκης, λοιπόν, θα συμπεριληφθούν όσα πρόσωπα κρίθηκε ότι άξιζε να τιμηθούν και για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Θα είναι ανασύσταση της ιστορικής μνήμης, αυτογνωσία της διαδρομής της πόλης, θα αναδείξει όσα συνέβησαν στα 2.300 χρόνια της ιστορίας της, καθώς και τον πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα. Και τα περιμένουμε.
Διαβάστε επίσης
- Δρ. Δημήτριος Σιδηρόπουλος
- Γιώργος Σκαμπαρδώνης
- Χριστίνα Ξιάρχου