Διονύσης Σαββόπουλος: Ο πατέρας μου ο Μπάτης
Ένας χρόνος χωρίς τον «Νιόνιο» και η ιστορία πίσω από έναν εμβληματικό στίχο
- Κώστας Δ. Μπλιάτκας
- Κεντρική φωτό: Παντελής Τζερτζεβέλης
- 05/11/2026
«Είχα πει ότι καταγόμαστε από τόπους φωτός και εκεί θα ξαναπάμε κάποτε. Και δεν το έλεγα σώνει και καλά γεωγραφικώς. Όλοι οι άνθρωποι κουβαλάμε το καταγωγικό μας φως και το “μεταφέρουμε” όπως λέτε, σε όλη μας την ζωή. Αλλά πού εκβάλλει άραγε αυτή η ζωή; Εδώ ο Ορθός Λόγος σηκώνει τα χέρια, οπότε αναλαμβάνει η ποίηση, το ένστικτο, η πίστη, η ίδια η ελπίδα του φωτός».
Τα παραπάνω τόνιζε ο αξέχαστος Θεσσαλονικιός τροβαδούρος Διονύσης Σαββόπουλος σε συνέντευξή του τον Ιούνιο του 2022 στον Κώστα Μπλιάτκα, για το «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ». Ο Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή, Διονύσης Σαββόπουλος, συχνά μοιραζόταν με τον κόσμο μνήμες και ιστορίες από αφηγήσεις του πατέρα του, Γεωργίου Σαββοπούλου.
Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τον θάνατο του κορυφαίου δημιουργού δημοσιεύουμε εκείνη τη συνέντευξη με τίτλο «Ο πατέρας μου ο Μπάτης».
«Βρήκα τ’ όνειρό σου σε γραμμές πολιτικές
μα το πήγα πέρα απ’ αυτές
όπου μ’ οδηγούσε δίχως να το αντιληφθώ
η καταγωγή μου και η τέχνη που εξασκώ».
«Μα η δικιά μας έχει όνομα
έχει σώμα και θρησκεία
και παππού σε μέρη αυτόνομα
μέσα στην τουρκοκρατία».
«Ο πατέρας μου ο Μπάτης
(Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό)
ήρθε απ’ τη Σμύρνη το ’22
/θα χαθώ απ’ τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια
(σαν πρόσφυγας)
σ’ ένα κατώι μυστικό»
«Ξένος ως και στη χαρά του /μεσονύχτι του Σαββάτου
τραγουδάκια μου κατάμονα /αν σας αντάμωνα θα ’πεφτα κάτου
στο ρυθμό σας ονειρεύομαι /και ξενιτεύομαι στα βήματα του
κάπου εδώ έχω γνωστούς /αλλά τέτοιαν ώρα μη βαρύνω τους
Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό στον κόσμο αυτό
Ελασσώνα Λειβαδιά Μελβούρνη Μόναχο
Αλαμάνα και Γραβιά Αμέρικα
Βελεστίνο Άγιοι Σαράντα Εσκι Σεχήρ
Κώστας Κώστας Μανώλης Πέτρος Γιάννης Τάκης
Πλατεία Ναυαρίνου Διοικητηρίου κι Εξαρχείων
Αλέκος Βασίλης Άγγελος
Μπιζανίου κι Αναλήψεως Αγίας Τριάδος κι 25ης Μαρτίου
η Ελλάδα που αντιστέκεται η Ελλάδα που επιμένει
κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει».
Στο έργο του Σαββόπουλου, όπως φαίνεται και από τα λίγα ενδεικτικά παραπάνω αποσπάσματα πασίγνωστων στίχων εμβληματικών τραγουδιών του, έχει σταθεί στο θέμα των προσφύγων με τρόπο που διαρκώς υπενθυμίζει την πεποίθησή του ότι «καταγόμεθα από τόπους φωτός». Ξέρει όμως και τον καημό του «ξένου ως και στη χαρά» του. Αυτή την πτυχή του πολύπλευρου έργου του θελήσαμε να φωτίσουμε με αυτή τη συνέντευξη.
«Η προσφυγιά λειτούργησε σαν εθνικός συμπυκνωτής. Μας δώσανε μια πιο σύγχρονη σημασία», μας λέει.
Ο τίτλος της συνέντευξης αυτής είναι παρμένος από στίχο του πασίγνωστου και εμβληματικού τραγουδιού «Ζεϊμπέκικο» («Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια») που ηχογράφησε ο σπουδαίος τροβαδούρος το 1972 για τον δίσκο «Βρώμικο Ψωμί».
Μαζί του το τραγούδησε σε δεύτερη εκτέλεση το 1975 η Σωτηρία Μπέλου και όπως έχει αναφέρει ο δημιουργός του ο οποίος ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος που είχε καταφέρει να γράψει ένα λαϊκό τραγούδι, άκουσε την Μπέλλου να λέει βγαίνοντας από το στούντιο «Αχ Διονύση, μ’ έκανες και τραγούδησα ποπ!!!».
Ακολουθεί η συνέντευξη.
Αφηγήσεις υπέροχες του πατέρα σας, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Φανάρι, σας άφησαν την αίσθηση, όπως είπατε, ότι «καταγόμαστε από μέρη φωτός». Αυτό το φως το μεταφέρετε στο έργο σας;
Είχα πει ότι καταγόμαστε από τόπους φωτός και εκεί θα ξαναπάμε κάποτε. Και δεν το έλεγα σώνει και καλά γεωγραφικώς. Όλοι οι άνθρωποι κουβαλάμε το καταγωγικό μας φως και το «μεταφέρουμε», όπως λέτε, σε όλη μας τη ζωή. Αλλά πού εκβάλλει άραγε αυτή η ζωή; Εδώ ο Ορθός Λόγος σηκώνει τα χέρια, οπότε αναλαμβάνει η ποίηση, το ένστικτο, η πίστη, η ίδια η ελπίδα του φωτός.
Θα θέλατε να μας αποκαλύψετε πώς γέννησε η έμπνευσή σας τον «πατέρα σας τον Μπάτη» και τον «παππού σε μέρη αυτόνομα μέσα στην Τουρκοκρατία»;
Πατέρας μου ήταν ο Γεώργιος Σ. Σαββόπουλος, τον αγαπούσα πολύ, αλλά ντρεπόμουν να του το πω. Για αυτόν έγραψα το τραγούδι, αλλά ντρεπόμουνα να φαίνεται. Ο μπαμπάς στην πλατεία Αριστοτέλους απολάμβανε συχνά αυτή τη θαλάσσια αύρα, τον μπάτη. Κατά σύμπτωση, ο Μπάτης που έπαιζε μπαγλαμάδακι και έγραφε τραγούδια είχε το ίδιο όνομα με τον πατέρα μου, Γιώργος. Είδατε σε τι δαιδάλους μπορεί να σε βάλει η έμπνευση; Αντί να βάλω έναν Γιώργο να έρχεται απ’ την Κωνσταντινούπολη, έβαλα για πατέρα μου ένα αεράκι που ήρθε απ’ τη Σμύρνη. Και γιατί το μπέρδεψα τόσο; Διότι, ενώ αγαπιόμασταν τόσο πολύ στα παιδικά μου χρόνια, μετά στην εφηβεία τσακωθήκαμε πολύ άσχημα. Βέβαια, μετά αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μας, αλλά ποτέ δεν ξανάγιναν σαν εκείνες τις παραδεισένιες της δεκαετίας του ’50. Ο παππούς, πάλι, ήταν της Άσπας, ο Γεώργιος Κ. Αραπίδης από το Εσκί Σεχίρ. Έφυγε με τον διωγμό και αυτός από την αποβάθρα της Σμύρνης το ’22. Γενικά, έχω να πω ότι οι ανιόντες μας ήταν άψογοι. Σκεφτείτε τι ζήσανε. Τι τρικυμίες περάσανε. Παγκόσμιοι πόλεμοι, Κατοχή, εμφύλιοι, και όμως σταθήκανε όρθιοι και αξιοπρεπέστατοι. Καιρός να φανερώσουμε ότι κατά βάθος τους αγαπήσαμε πολύ και τους θαυμάζουμε. Και να μάθουμε και στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας τι σπουδαίες γενιές ήταν αυτές, τι αξιαγάπητα πρόσωπα ήταν οι παππούδες και οι προπαππούδες τους.
«Πατέρας μου ήταν ο Γεώργιος Σ. Σαββόπουλος, τον αγαπούσα πολύ, αλλά ντρεπόμουν να του το πω»
Ως Θεσσαλονικιός, αλλά Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή, κρατήσατε κάποια παιδική μνήμη από αφήγηση του πατέρα σας;
Τα ’λεγε πολύ ωραία. Κυριολεκτικά ζωγράφιζε στον αέρα, σοκάκια, μπαλκόνια, βαποράκια στο Βόσπορο, τη μεγάλη οδό του Πέρα. Αλλά και η μητέρα μου, η αγαπημένη Νίνα, τα ’λεγε επίσης πολύ ωραία. Ήταν και αυτή πρόσφυγας από την Ανατολική Ρωμυλία. Οι αφηγήσεις της ήταν χυμώδεις, πιο λαϊκές, με αμεσότητα και πολλή παραστατικότητα, ενώ οι αφηγήσεις του πατέρα ήταν πιο λόγιες, είχε τελειώσει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή εκείνος. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες, διάβαζε αρχαία στο πρωτότυπο. Γενικά, το σπίτι ήταν γεμάτο από διηγήσεις προσφύγων. Στις μεγάλες γιορτές κατέφθαναν και τα δυο σόγια. Φιλιόντουσαν, αγκαλιαζόντουσαν, μιλούσαν όλοι μαζί, γινότανε μια χάβρα από όπου ξεφύτρωναν πού και πού κάτι τούρκικα, αλλά και κάτι βουλγάρικα. Όπως «όλελε μάικου» ή «αμάν γιαβρούμ», τσουγκρίζαν τα ποτήρια και, αφού τελείωνε το φαγητό και σηκώνανε τα πιάτα, πιάναν τα τραγούδια.
Οι πρόσφυγες έφεραν στην Ελλάδα και το τραγούδι τους, όπως και πολλοί από αυτούς μια κοσμοπολίτικη παιδεία. Τι έφερε αυτή η ώσμωση;
Έκανε την Ελλάδα καινούρια. Ο πολιτισμός της Κωνσταντινούπολης ή της Σμύρνης ήταν ανώτερος από τον πολιτισμό της Αθήνας. Οι πρόσφυγες απορούσαν που εδώ οι Ελλαδίτες όταν λέγανε γλέντι εννοούσαν να γίνει κάνας γάμος, τίποτε βαφτίσια να σουβλίσουνε. Στη Σμύρνη είχανε ζουρ φιξ, βγάζανε μεζεδάκια και μπύρες ή ουζάκια, κουβέντιαζαν, χορεύανε και τραγουδούσαν. Μας έμαθαν να διασκεδάζουμε, να μαγειρεύουμε, να πλενόμαστε. Ανανέωσαν το τραγούδι μας. Αυτοί που γράφανε τα σουξέ στη Σμύρνη και την Πόλη, ο Τούντας, ο Περιστέρης, ο Σκαρβέλης, ο Εϊτζιρίδης, είχανε τελειώσει ωδεία, ήταν μαέστροι, ενώ εδώ είχαμε μόνο τα παλιά παραδοσιακά της υπαίθρου και τα μουρμούρικα της φυλακής και του τεκέ. Πλούτισαν την πεζογραφία μας, την ποίηση, το θέατρο. Η προσφυγιά λειτούργησε σαν εθνικός συμπυκνωτής. Μας δώσανε μια πιο σύγχρονη σημασία.
Πόσο συνέβαλαν οι πρόσφυγες στο «Ποιοι είμαστε σήμερα»;
Πάρα πολύ. Δεν υπάρχει αμφιβολία.
Μικρασιατική Καταστροφή; Τι έπρεπε να αποφευχθεί και τι να γίνει;
Τι να γίνει; Ενώ νικούσαμε με τους συμμάχους, την τελευταία στιγμή και εντελώς σουρεαλιστικά πήγαμε με τη μεριά των ηττημένων! Θάλασσα τα κάναμε. Αλλά να που σταθήκαμε όρθιοι πάλι. Αυτό είναι το σημαντικό. Και δεν είναι η μόνη φορά. Καιγόμαστε συνεχώς, και εκεί που λέμε «κάηκα», εκεί λέμε και «βγήκα». Το θαυμάζω αυτό το πείσμα. Τόσο πείσμα γιατί; Ίσως επειδή δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε. Είμαστε οι Έλληνες, συνεχίζουμε.
Διαβάστε επίσης
- Αγγελική Κόγιου
- Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης
- Γιώργος Παπαδημητρίου