Σαν φτάσει όμως η ώρα που ο Παντελής κι ο Γιάννης ανεβαίνουν στο πάλκο, στο ιερό της ταβέρνας, όλα σταματούν. Οι πρώτες χορδές που ηχούν κηρύσσουν την έναρξη μιας ιδιοτυπής κοινωνίας. Σε μια γλώσσα που μοιράζονται οι μυημένοι στο είδος, για να εκφράσουν και να προβληματιστούν για όλα τα σπουδαία ζητήματα της ζωής.
Η Θεσσαλονίκη, άρρηκτα συνδεδεμένη με την άνθιση του αστικού λαϊκού τραγουδιού, έχει ζήσει αμέτρητες τέτοιες νύχτες στο διάβα του χρόνου. Στις μέρες μας, τη μουσική και την κουλτούρα του ρεμπέτικου συνεχίζει μια μικρή μερίδα μυημένων, η οποία, όπως μας λέει και ο Παντελής, «ήταν ανέκαθεν η μειοψηφία».
Εμείς, αναζητήσαμε τα χνάρια όσων τη διαφυλάττουν και τη μοιράζονται στις μέρες μας.
«Κάθε γενιά ζει τη δική της περίοδο και έχει τους δικούς της τρόπους που προσεγγίζει το είδος. Πάρε παράδειγμα το ερμηνευτικό μέρος, εγώ δεν διάβασα ποτέ λόγια. Άκουγα ένα τραγούδι στους Μιλάνους που δεν είχα ξανακούσει, και μετά το σφύριζα σε όλη την επιστροφή για να το γράψω στο γουόκμαν», αφηγείται ο Παντελής Χατζηκυριάκος, μουσικός και συνιδρυτής της «Τομπουρλίκας», ενός σημείου αναφοράς στην ιστορία του ρεμπέτικου της πόλης.
Τις δεκαετίες του ’30 και ’40 το ρεμπέτικο γνωρίζει ραγδαία ανάπτυξη στους τεκέδες και τα ταβερνάκια της πόλης. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μιλά για τη «Σχολή Θεσσαλονίκης», όταν επί Κατοχής ο Τσιτσάνης ανοίγει το μυθικό «Ουζερί» του στην Παύλου Μελά. Εκεί, θα γράψει μερικά από τα πιο σπουδαία ρεμπέτικα, γράφοντας παράλληλα ιστορία και για την ίδια την πόλη.
Χασκίλ, Σέμσης, Τσαουσάκης, Μπίνης είναι λίγα μόνο ονόματα της εποχής συνυφασμένα τόσο με το ρεμπέτικο όσο και με τη Θεσσαλονίκη.
Ο κύριος Παντελής, μου μιλά για την δική του εποχή, αυτή της αναβίωσης, κάπου στα μέσα των 80s. «Τότε τα μαγαζιά ήταν πολλά και είχαν και στίγμα. Πηγαίναμε στην “Όμορφη Νύχτα” στην Παπάφη να δούμε τους αδελφούς Χουλιάρα, ήξερες πώς στο “Μινουί” είναι η τριάδα Σωκράτης–Καμπουρέλος–Λιλή, πως θα δεις τον Νίκο Στρουθόπουλο στο “Ρολόι” στη Νεάπολη» θυμάται. Την εποχή εκείνη στα πάλκα ανεβαίνουν ο Αγάθωνας, η Μαριώ, ο Μητρέντζης, ο Χαριτίδης, ενώ διάφορα στέκια, άνευ μικροφώνου, όπως ο «Τζότζος» και ο «Κουφός», στεγάζουν τους μυημένους.
«Το βάρος ήταν και είναι στην ανάγκη για έκφραση και για εξωτερίκευση των συναισθημάτων». Έτσι περιγράφει την σχέση του με το ρεμπέτικο ο Αλέκος Τσολάκης, ένας από τους νέους μουσικούς στη σκηνή της πόλης, πλήρως αφοσιωμένος σε αυτό.
Είτε στη κιθάρα είτε στο μπαγλαμά, μικρός τού άρεσε να παίζει ταξίμια. Γύρω στα 15, τυχαία το μπουζούκι βρέθηκε στα χέρια του και τα ρεμπέτικα στα αυτιά του από ένα DVD με μουσική που του ‘έγραψε ένας φίλος στο σχολείο. «Mε το που άκουσα το ταξίμι του Μάρκου ήταν αποκάλυψη».
Η Αλεξάνδρα Χρυσικοπούλου, μουσικός και ερμηνεύτρια, όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, σκεφτόταν να κάνει μια παύση από το ρεμπέτικο τραγούδι. Παρότι έχει αφήσει στην άκρη τον τζουρά για την πολίτικη λύρα στην οποία ειδικεύεται, πηγαία επέστρεψε στο ρεμπέτικο, τη βάση, όπως λέει, για τη σχέση της με τη μουσική. «Νιώθω ότι πάει η καρδιά στη θέση της, ότι είναι ένα περιβάλλον που το έχω διαλέξει».
Παρότι οι παλιοί έχουν ενδοιασμούς για τη πορεία του ρεμπέτικου σήμερα, η Αλεξάνδρα μού περιγράφει ένα κλίμα συμπερίληψης και συνεργασίας στη Θεσσαλονίκη, με όρεξη να δοθεί χώρος στους νέους.
Οι δύο τους ανήκουν σε μια νέα γενιά που κουβαλά τη μουσική παράδοση του ρεμπέτικου και αυτό που την χαρακτηρίζει είναι η τεχνική αρτιότητα αλλά και μια τάση για επιστροφή στις ρίζες: στον φυσικό ήχο, στο τρίχορδο μπουζούκι αλλά και στις πρώτες εκτελέσεις, χάρη στην πρόσβαση που παρέχει το διαδίκτυο.
Η πρόσβαση στην πληροφορία συνοδεύεται από τη διεθνή αναγνώριση του ρεμπέτικου ως μουσικής παράδοσης της χώρας. Από το 2016 βρίσκεται στη λίστα της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Η Αλεξάνδρα μού αναφέρει πως η ειδικευσή στο μπουζούκι είναι η πιο σκληρή και η πιο περιζήτητη στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας όπου φοιτά.
Το ρεμπέτικο ωστόσο παραμένει μια προφορική παράδοση που βιώνεται στα πάλκα και έτσι μεταδίδεται. «Καλό το Youtube και το πανεπιστήμιο αλλά δεν έχουν μέσα το ζύμωμα. Έτσι μαθαίνουμε, ακούγοντας και παίζοντας με τους παλιούς», μου λέει η Αλεξάνδρα.
Όμως η ταβέρνα είναι στις μέρες είδος υπό εξαφάνιση. «Θέλει να ψηθείς στη δουλειά και δεν υπάρχουν δουλειές. Σήμερα είναι πολύ δύσκολο ένας πιτσιρικάς να μπει σε ταβέρνα. Και λείπει η ταβέρνα, όχι τα μαγαζια με μουσική, είναι διαφορετικά πράγματα», μου εξηγεί ο Αλέκος.
Το ’91, μαζί με τους μουσικούς Γιάννη Αλεξανδρή και Θανάση Χαλκιά, ο κύριος Παντελής έκανε το όνειρο ζωής του πράξη ανοίγοντας μια ταβέρνα που διατηρεί μέχρι σήμερα το γνήσιο λαϊκό και ρεμπέτικο όπως αυτά υπήρξαν κάποτε.
Την ίδια φιλοσοφία, παρά το ενδιαφέρον για το ρεμπέτικο από αρκετούς νέους, ασπάζονται πια μετρημένες ταβέρνες στην πόλη, όπως το προπολεμικό «Χατζή Μπαξέ» στη ομώνυμη περιοχή στα δυτικά της πόλης, η λαϊκή μπουάτ της «Πριγκηπέσσας» στο Λευκό Πύργο, και η «Δόμνα» στην Άνω Πόλη ανοιχτή μόνο τις Τρίτες.
Σε μία από αυτές, συναντάμε τον μουσικό Μανώλη Πορφυράκη, στο «Πήρε και Βραδιάζει», μια ταβέρνα στη περιοχή του Ευκλείδη, που στέκει εκεί από το ’44. Παίζει κιθάρα και μπουζούκι εδώ και σ’ άλλα μαγαζιά της πόλης εδώ και 23 χρόνια.
Η σάλα είναι γεμάτη, λίγοι είναι όμως εκείνοι που έρχονται και μένουν να ακούσουν την μουσική. «Οι περισσότεροι έρχονται για το κέφι, όχι για να ακούσουν ρεμπέτικα. Τουλάχιστον όμως έρχονται σε επαφή με αυτό, και για εμάς είναι και ένα στοίχημα να τους κερδίσουμε, έστω και έναν, που όταν παίζουμε είναι εκεί και μας ακούει».
Ο κύριος Παντελής κάθε χρόνο βλέπει καινούργιους εικοσάρηδες να έρχονται στη «Τομπουρλίκα» για να ακούσουν μουσική. Και, όπως λέει, είναι ρεπερτοριακά διαβασμένοι. Μπορεί να μην είναι η πλειονότητα, όμως οι μουσικοί παίζουν γι’ αυτούς.