Γνωρίσαμε τη γενιά που συνεχίζει την παράδοση του ρεμπέτικου στη Θεσσαλονίκη

«Το μπουζούκι είναι η πιο σκληρή και περιζήτητη ειδίκευση στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών»

Από το μαρμάρινο τραπέζι σε μια γωνία της θρυλικής «Τομπουρλίκας», παρατηρώ τους θαμώνες να τελούν ευλαβικά τα άγραφα βήματα ενός άτυπου μυστηρίου. Όσο τα όργανα είναι ακόμα κρεμασμένα στον τοίχο, τα τραπέζια γεμίζουν με μεζέδες και ποτό, με κουβέντες, γέλια και αναστεναγμούς.

Σαν φτάσει όμως η ώρα που ο Παντελής κι ο Γιάννης ανεβαίνουν στο πάλκο, στο ιερό της ταβέρνας, όλα σταματούν. Οι πρώτες χορδές που ηχούν κηρύσσουν την έναρξη μιας ιδιοτυπής κοινωνίας. Σε μια γλώσσα που μοιράζονται οι μυημένοι στο είδος, για να εκφράσουν και να προβληματιστούν για όλα τα σπουδαία ζητήματα της ζωής.

Από το πάλκο της «Τομπουρλίκας» έχουν περάσει θρυλικές φυσιογνωμίες όπως οι αδελφοί Μιλάνοι, ο Μπάμπης Γκολές, ο Γιώργος Ξηντάρης, ο Αγάθωνας Ιακωβίδης, ο Νίκος Στρουθόπουλος.
Θεσσαλονίκη και ρεμπέτικο

Η Θεσσαλονίκη, άρρηκτα συνδεδεμένη με την άνθιση του αστικού λαϊκού τραγουδιού, έχει ζήσει αμέτρητες τέτοιες νύχτες στο διάβα του χρόνου. Στις μέρες μας, τη μουσική και την κουλτούρα του ρεμπέτικου συνεχίζει μια μικρή μερίδα μυημένων, η οποία, όπως μας λέει και ο Παντελής, «ήταν ανέκαθεν η μειοψηφία».

Εμείς, αναζητήσαμε τα χνάρια όσων τη διαφυλάττουν και τη μοιράζονται στις μέρες μας.

H Στέλλα Χασκίλ, κορυφαία ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου, με τους Γιώργο Τσανάκα, Χρήστο Μίγκο και Οδυσσέα Μοσχονά, στη «Σαλαμίνα» της Θεσσαλονίκης το 1952. Πηγή: Ομάδα Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη.
«Όμορφη Θεσσαλονίκη τα μαγικά σου βράδια νοσταλγώ»

«Κάθε γενιά ζει τη δική της περίοδο και έχει τους δικούς της τρόπους που προσεγγίζει το είδος. Πάρε παράδειγμα το ερμηνευτικό μέρος, εγώ δεν διάβασα ποτέ λόγια. Άκουγα ένα τραγούδι στους Μιλάνους που δεν είχα ξανακούσει, και μετά το σφύριζα σε όλη την επιστροφή για να το γράψω στο γουόκμαν», αφηγείται ο Παντελής Χατζηκυριάκος, μουσικός και συνιδρυτής της «Τομπουρλίκας», ενός σημείου αναφοράς στην ιστορία του ρεμπέτικου της πόλης.

Τις δεκαετίες του ’30 και ’40 το ρεμπέτικο γνωρίζει ραγδαία ανάπτυξη στους τεκέδες και τα ταβερνάκια της πόλης. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μιλά για τη «Σχολή Θεσσαλονίκης», όταν επί Κατοχής ο Τσιτσάνης ανοίγει το μυθικό «Ουζερί» του στην Παύλου Μελά. Εκεί, θα γράψει μερικά από τα πιο σπουδαία ρεμπέτικα, γράφοντας παράλληλα ιστορία και για την ίδια την πόλη.

Χασκίλ, Σέμσης, Τσαουσάκης, Μπίνης είναι λίγα μόνο ονόματα της εποχής συνυφασμένα τόσο με το ρεμπέτικο όσο και με τη Θεσσαλονίκη.

Η ομήγυρη της Τομπουρλίκας στη ταβέρνα «Τζότζος» στην Άνω Πόλη το 1992 (από αριστερά: Γιάννης Αλεξανδρής, Λάζαρος (Λάρυ) Χαριτίδης, Θανάσης Χαλκιάς, Παντελής Χατζηκυριάκος, Κώστας Βόμβολος, Θωμάς Κοροβίνης, Μιχάλης Σιγανίδης). [Πηγή: Κοροβίνης, Θωμάς. Όμορφη Νύχτα. Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα, 2008].
Η αναβίωση τη δεκαετία του ’80

Ο κύριος Παντελής, μου μιλά για την δική του εποχή, αυτή της αναβίωσης, κάπου στα μέσα των 80s. «Τότε τα μαγαζιά ήταν πολλά και είχαν και στίγμα. Πηγαίναμε στην “Όμορφη Νύχτα” στην Παπάφη να δούμε τους αδελφούς Χουλιάρα, ήξερες πώς στο “Μινουί” είναι η τριάδα Σωκράτης–Καμπουρέλος–Λιλή, πως θα δεις τον Νίκο Στρουθόπουλο στο “Ρολόι” στη Νεάπολη» θυμάται. Την εποχή εκείνη στα πάλκα ανεβαίνουν ο Αγάθωνας, η Μαριώ, ο Μητρέντζης, ο Χαριτίδης, ενώ διάφορα στέκια, άνευ μικροφώνου, όπως ο «Τζότζος» και ο «Κουφός», στεγάζουν τους μυημένους.

Ο Παντελής Χατζηκυριάκος με τον Γιάννη Αλεξανδρή, ιδρυτές της Τομπουρλίκας, στο ίδιο πάλκο 34 χρόνια μετά. Την ταβέρνα έχει πλέον αναλάβει ο Άρης, πρώτος ξάδερφος του Παντελή.
Το ρεμπέτικο σήμερα

«Το βάρος ήταν και είναι στην ανάγκη για έκφραση και για εξωτερίκευση των συναισθημάτων». Έτσι περιγράφει την σχέση του με το ρεμπέτικο ο Αλέκος Τσολάκης, ένας από τους νέους μουσικούς στη σκηνή της πόλης, πλήρως αφοσιωμένος σε αυτό.

Είτε στη κιθάρα είτε στο μπαγλαμά, μικρός τού άρεσε να παίζει ταξίμια. Γύρω στα 15, τυχαία το μπουζούκι βρέθηκε στα χέρια του και τα ρεμπέτικα στα αυτιά του από ένα DVD με μουσική που του ‘έγραψε ένας φίλος στο σχολείο. «Mε το που άκουσα το ταξίμι του Μάρκου ήταν αποκάλυψη».

Αλέκος Τσολάκης: «Στο πάλκο νιώθω ευάλωτος, εκτεθειμένος απόλυτα. Γιατί μέσα από τα τραγούδια και τα ταξίμια θα πω όσα δεν θα πω ποτέ κάτω από αυτό. Ανοίγω τα σώψυχά μου, παρακαμπτω όλες τις αντιστάσεις μου».

Η Αλεξάνδρα Χρυσικοπούλου, μουσικός και ερμηνεύτρια, όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, σκεφτόταν να κάνει μια παύση από το ρεμπέτικο τραγούδι. Παρότι έχει αφήσει στην άκρη τον τζουρά για την πολίτικη λύρα στην οποία ειδικεύεται, πηγαία επέστρεψε στο ρεμπέτικο, τη βάση, όπως λέει, για τη σχέση της με τη μουσική. «Νιώθω ότι πάει η καρδιά στη θέση της, ότι είναι ένα περιβάλλον που το έχω διαλέξει».

Παρότι οι παλιοί έχουν ενδοιασμούς για τη πορεία του ρεμπέτικου σήμερα, η Αλεξάνδρα μού περιγράφει ένα κλίμα συμπερίληψης και συνεργασίας στη Θεσσαλονίκη, με όρεξη να δοθεί χώρος στους νέους.

Οι δύο τους ανήκουν σε μια νέα γενιά που κουβαλά τη μουσική παράδοση του ρεμπέτικου και αυτό που την χαρακτηρίζει είναι η τεχνική αρτιότητα αλλά και μια τάση για επιστροφή στις ρίζες: στον φυσικό ήχο, στο τρίχορδο μπουζούκι αλλά και στις πρώτες εκτελέσεις, χάρη στην πρόσβαση που παρέχει το διαδίκτυο.

Η πρόσβαση στην πληροφορία συνοδεύεται από τη διεθνή αναγνώριση του ρεμπέτικου ως μουσικής παράδοσης της χώρας. Από το 2016 βρίσκεται στη λίστα της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Η Αλεξάνδρα μού αναφέρει πως η ειδικευσή στο μπουζούκι είναι η πιο σκληρή και η πιο περιζήτητη στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας όπου φοιτά.

«Καλό το Youtube και το πανεπιστήμιο αλλά μαθαίνουμε, ακούγοντας και παίζοντας με τους παλιούς»

Το ρεμπέτικο ωστόσο παραμένει μια προφορική παράδοση που βιώνεται στα πάλκα και έτσι μεταδίδεται. «Καλό το Youtube και το πανεπιστήμιο αλλά δεν έχουν μέσα το ζύμωμα. Έτσι μαθαίνουμε, ακούγοντας και παίζοντας με τους παλιούς», μου λέει η Αλεξάνδρα.

Η Αλεξάνδρα Χρυσικοπούλου

Όμως η ταβέρνα είναι στις μέρες είδος υπό εξαφάνιση. «Θέλει να ψηθείς στη δουλειά και δεν υπάρχουν δουλειές. Σήμερα είναι πολύ δύσκολο ένας πιτσιρικάς να μπει σε ταβέρνα. Και λείπει η ταβέρνα, όχι τα μαγαζια με μουσική, είναι διαφορετικά πράγματα», μου εξηγεί ο Αλέκος.

Οι νέοι μυημένοι

Το ’91, μαζί με τους μουσικούς Γιάννη Αλεξανδρή και Θανάση Χαλκιά, ο κύριος Παντελής έκανε το όνειρο ζωής του πράξη ανοίγοντας μια ταβέρνα που διατηρεί μέχρι σήμερα το γνήσιο λαϊκό και ρεμπέτικο όπως αυτά υπήρξαν κάποτε.

Την ίδια φιλοσοφία, παρά το ενδιαφέρον για το ρεμπέτικο από αρκετούς νέους, ασπάζονται πια μετρημένες ταβέρνες στην πόλη, όπως το προπολεμικό «Χατζή Μπαξέ» στη ομώνυμη περιοχή στα δυτικά της πόλης, η λαϊκή μπουάτ της «Πριγκηπέσσας» στο Λευκό Πύργο, και η «Δόμνα» στην Άνω Πόλη ανοιχτή μόνο τις Τρίτες.

Σε μία από αυτές, συναντάμε τον μουσικό Μανώλη Πορφυράκη, στο «Πήρε και Βραδιάζει», μια ταβέρνα στη περιοχή του Ευκλείδη, που στέκει εκεί από το ’44. Παίζει κιθάρα και μπουζούκι εδώ και σ’ άλλα μαγαζιά της πόλης εδώ και 23 χρόνια.

Η σάλα είναι γεμάτη, λίγοι είναι όμως εκείνοι που έρχονται και μένουν να ακούσουν την μουσική. «Οι περισσότεροι έρχονται για το κέφι, όχι για να ακούσουν ρεμπέτικα. Τουλάχιστον όμως έρχονται σε επαφή με αυτό, και για εμάς είναι και ένα στοίχημα να τους κερδίσουμε, έστω και έναν, που όταν παίζουμε είναι εκεί και μας ακούει».

Ο κύριος Παντελής κάθε χρόνο βλέπει καινούργιους εικοσάρηδες να έρχονται στη «Τομπουρλίκα» για να ακούσουν μουσική. Και, όπως λέει, είναι ρεπερτοριακά διαβασμένοι. Μπορεί να μην είναι η πλειονότητα, όμως οι μουσικοί παίζουν γι’ αυτούς.

«Ο κόσμος έχει ανάγκη να πιαστεί και να εκφράσει πολλά απ’ όσα πραγματευεται το ρεμπέτικο και οι νέοι να ξέρουν πως δεν έχουν αλλοτριωθεί τα πάντα», λέει ο Αλέκος, προτού μάς αφήσει για να τραγουδήσει τους στίχους από ένα ρεμπέτικο που ερμήνευσε η Ρίτα Αμπατζή: «Φτώχεια μαζί με την τιμή, θέλω να ζήσω μια στιγμή».

Διαβάστε επίσης

Μύλος, Μύλο, Σάββας Δομόσογλου
Ο Σάββας Δομόσογλου θυμάται πώς έζησε 25 χρόνια μουσικής και πολιτισμού στο ιστορικό συγκρότημα, λίγες μέρες πριν αλλάξει οριστικά χρήση
Χορωδία «Γιάννης Μάντακας», Μάντακας, χορωδία ΑΠΘ
Από τη Θεσσαλονίκη στις μεγάλες αίθουσες της Ευρώπης: 73 χρόνια μετά, το θαύμα της ιστορικής χορωδίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου συνεχίζεται
Oratos
Εκεί όπου τα δευτεριάτικα jam γίνονται γιορτή συλλογικότητας
Αντρέι Σμιρνόφ
Μπήκαμε στο εργαστήρι-καταφύγιο του θρύλου της ηλεκτρονικής μουσικής που έχει εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη