Η πρώτη συναυλία που είδε στη ζωή του ήταν αυτή της Μαρίζας Κωχ στο αρχαίο θέατρο Σπάρτης, αρχές Μεταπολίτευσης. Ρεύμα δεν υπήρχε. Το θέατρο φωτιζόταν μόνο από τα κεριά που κρατούσαν οι θεατές. Πλέον, ο Σάββας Δομόσογλου ζει από τις συναυλίες, ως διοργανωτής. Μας υποδέχεται στο πολιτιστικό συγκρότημα του Μύλου ένα κρύο πρωινό. Διανύουμε τις τελευταίες μέρες του ακινήτου όπως το ξέρουμε. Ήδη έχουν ξεκινήσει, υπό νέα ιδιοκτησία, οι εργασίες για τη μετατροπή του σε πολυχώρο γραφείων και εκθεσιακών χώρων.
Περπατώντας ανάμεσα σε κτίρια μισοερειπωμένα, του ζητάμε να διηγηθεί όσα έζησε εδώ, σ’ έναν χώρο που έγραψε ιστορία στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας.
Ο Σάββας ήρθε φοιτητής από την Έδεσσα το 1988. Ανέκαθεν λάτρευε τη μουσική. Έπαιζε κιθάρα από μικρός και σκορπούσε όλο του το χαρτζιλίκι σε κασέτες και βινύλια. Ήταν η αρχή της χρυσής περιόδου για τη διασκέδαση στη Θεσσαλονίκη.
«Υπήρχε άλλη ενέργεια», τονίζει. «Τα μαγαζιά ήταν μονίμως ανοιχτά. Περπατούσες στον δρόμο ή στα πανεπιστήμια κι έβλεπες παντού πάρτι. Στο Ναβαρίνο Δευτέρα βράδυ τσουγκρούσες από τον κόσμο».
Συναυλιακά, η πόλη βρισκόταν ακόμα σε εμβρυικό στάδιο, με χώρους όπως το Παραρλάμα στο Φάληρο, το Όνειρο πέριξ του Ευκλείδη, καθώς και κάποια σινεμά, όπως ο Ελλήσποντος.
Το 1991, ο Νίκος Στεφανίδης, μαζί με τους Χρήστο και Γιώργο Καϊσούδη, Χρήστο Κεφαλά και Στέφανο Ταυρίδη προκάλεσαν ένα «big bang», όπως το χαρακτηρίζει ο Σάββας, με τη δημιουργία ενός πολιτιστικού πολυχώρου στα δυτικά, στον παλιό αλευρόμυλο Χατζηγιαννάκη-Αλτιναλμάζη. Η αποκατάσταση των διατηρητέων κτιρίων έγινε με τόση προσοχή, που οι ιδρυτές βραβεύτηκαν το 1993 από τον οργανισμό Europa Nostra.
«Δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα. Η Αθήνα είχε το “Ρόδον” κι εμείς ένα ολόκληρο ακίνητο με καφέ, ουζερί και διάσπαρτες μουσικές σκηνές. Είχαμε το Club, την Αποθήκη, το Ξυλουργείο, τον πίσω ανοιχτό χώρο, γνωστό ως Βαβυλωνία, και το πολυώροφο κεντρικό κτίριο. Αυτό, στο ισόγειο είχε κλαμπάκι και το Πέτρινο. Από πάνω λειτουργούσαν εκθεσιακοί χώροι και ένα θεατράκι» θυμάται.
Την πρώτη του επαφή με τον Μύλο την είχε ως θαμώνας. «Πηγαίναμε νωρίς, καθόμασταν για καφέ ή ούζο, βλέπαμε το live που μας ενδιέφερε και μετά πίναμε κι ένα ποτό. Έβλεπες ανθρώπους να τριγυρίζουν όλη μέρα μεταξύ φαγητού, καφέ, μπαρ και συναυλιών».
Δέκα χρόνια μετά την ίδρυσή του, είχε έρθει η ώρα και για τον Σάββα να εμπλακεί επαγγελματικά με τον Μύλο. Είχε ήδη εργαστεί ως ηχολήπτης και παραγωγός συναυλιών, και αναζητούσε μόνιμη συνεργασία. «Μου άρεσε η διοργάνωση συναυλιών. Συνδυάζε την αγάπη μου για τη μουσική και την έφεσή μου στο ρίσκο. Σαν δουλειά, σ’ έχει συνέχεια στα κόκκινα!».
Ξεκίνησε να στήνει live το 2001, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση του Ξυλουργείου. Τα επόμενα χρόνια, πέρασε κι από αλλού, αλλά με αυτόν τον χώρο συνέδεσε το όνομά του. Αναφέρει, μάλιστα, με περηφάνια τη χρονιά που οι New York Times πρότειναν το Ξυλουργείο ως έναν από τους συναυλιακούς χώρους που οφείλει να επισκεφθεί κανείς στην Ευρώπη.
Συναυλίες, καλλιτέχνες και κοινό στον Μύλο, μέσα από εικόνες από το προσωπικό αρχείο του Σάββα Δομόσογλου.
Του ζητάμε να απαριθμήσει μερικά από τα χιλιάδες ονόματα που τίμησαν το Ξυλουργείο και τα υπόλοιπα stages του Μύλου. Αρχίζει με την blues: Louisiana Red, Big Time Sarah, Snowy White. Συνεχίζει με την jazz: Billy Cobham, Dave Weckl, Pat Martino, Steve Turre. Στη metal θυμάται τους Sepultura, τους Slayer και τους Blind Guardian. Από rock n’ roll, τους Fuzztones, τους Fleshtones, τους Dead Moon, τους Radio Birdman, τους Beasts of Bourbon, τους Buzzcocks, τους Violent Femmes, τους Waterboys, τον Ian Brown των Stone Roses, τον Jarvis Cocker των Pulp, τους Porcupine Tree, τους Suede, τους Mercury Rev, τον Robert Plant και τον Nick Cave, που έκανε συναυλία-έκπληξη για μόλις 500 άτομα στα ‘90s.
Και φυσικά, τα… πάντα όλα από Έλληνες καλλιτέχνες, με σταθερές αξίες τους Μίλτο Πασχαλίδη, Χρήστο Θηβαίο, Φοίβο Δεληβοριά, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Σωκράτη Μάλαμα, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Παύλο Παυλίδη και Τζίμη Πανούση. Όλα αυτά, μαζί με hip hop καλλιτέχνες, από Βέβηλο μέχρι Κοινούς Θνητούς, καθώς και ονόματα λαϊκής πίστας.
«Ο Μύλος στη Θεσσαλονίκη ήταν η πολιτιστική σταθερά της πόλης. Άλλαξαν τα μαγαζιά, οι ιδιοκτησίες, άλλαξε η οπτική, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι η βάση του μουσικού μας στερεώματος», σημειώνει.
Με αφορμή την πρόσφατη επέτειο δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ο Σάββας ξεχωρίζει άλλες δύο συναυλίες:
«Εκείνο το βράδυ παίζαν εδώ τα Διάφανα Κρίνα, λίγο πριν διαλυθούν. Η Αποθήκη ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Κάποια στιγμή, διακόπτεται η συναυλία και λέει ο Ανεστόπουλος στο μικρόφωνο: “Κάτι σοβαρό έχει γίνει στην Αθήνα, πρέπει να σκοτώθηκε άνθρωπος”. Παγώσαμε, δεν είχαμε πάρει χαμπάρι τι συνέβη. Μια βδομάδα αργότερα, μετά από τα μεγάλα επεισόδια, έπαιζαν οι Active Member. Επανάσταση έγινε εδώ μέσα! Νόμιζες ότι ήσουν σε αντικαθεστωτική διαδήλωση. Μιλιούνια ο κόσμος, κρεμασμένα πανό παντού…».
Στα 34 χρόνια λειτουργίας του, το ακίνητο έχει δει διαφορετικούς ιδιοκτήτες και διαχειριστές, και οι επιμέρους σκηνές ανοιγόκλειναν ή άλλαζαν όνομα και ύφος. Πλέον, οι μοναδικοί χώροι σε λειτουργία είναι η Αποθήκη, που στεγάζει το Principal Club Theater, και το ιστορικό Club του Μύλου. Εδώ και αρκετά χρόνια, ο Σάββας διαχειρίζεται το Club. Το Ξυλουργείο είναι κλειστό πια.
Τα πρώτα σύννεφα ήρθαν τον Αύγουστο του 2004, εξαιτίας μιας ανεξέλεγκτης φωτιάς που ξέσπασε από βραχυκύκλωμα στο κεντρικό κτίριο.
Ο Σάββας ήταν παρών: «Καθόμασταν πίσω στη Βαβυλωνία και βλέπαμε Ολυμπιακούς σε γιγαντοοθόνη. Θυμάμαι ήταν ο τελικός μπάσκετ Ιταλίας-Αργεντινής. Ξαφνικά, είδαμε το κτίριο να λαμπαδιάζει. Δεν προλάβαμε… Για πάρα πολλά χρόνια δεν επιτρεπόταν ούτε να μπούμε μέσα. Όλο το εσωτερικό έλιωσε, έγινε μια άμορφη μάζα. Δεν έμεινε τίποτα».
Τελικά, αποκαταστάθηκε μόνο το ισόγειο του κτιρίου, που κατά καιρούς φιλοξένησε events μουσικής και εκθέσεις.
Μιλώντας με τον Σάββα, βλέπουμε εργάτες να πηγαινοέρχονται και να κάνουν εργασίες στην πίσω μεριά του ακινήτου. Η προσαρμογή στα νέα δεδομένα έχει ήδη ξεκινήσει.
«Εμείς μάθαμε Σεπτέμβριο ότι το ακίνητο αλλάζει χέρια. Έχουμε κάποια τελευταία live τον Ιανουάριο και μετά τέλος. Προφανώς νιώθω θλίψη. Μια ζωή εδώ την πέρασα. Είναι το δεύτερό μου σπίτι. Βέβαια, επειδή είμαι φύσει αισιόδοξος, θέλω να ελπίζω ότι τελευταία στιγμή κάπως ο πολιτισμός θα βρει τη θέση του και στη νέα φάση του Μύλου».
Τον ρωτάμε γιατί πολλά από τα ξένα ονόματα που φιλοξενούσε ο Μύλος παίζουν πλέον μόνο Αθήνα. «Παλιά, οι ξένοι καλλιτέχνες που ήθελαν να κάνουν στάση πριν καταλήξουν νότια, στην Αθήνα, επέλεγαν τη Θεσσαλονίκη. Πλέον, οι βαλκανικές χώρες μπήκαν δυναμικά στο συναυλιακό χάρτη, γι’ αυτό και η στάση γίνεται πλέον εκεί. Επίσης, και η Αθήνα έχει μεγαλώσει πάρα πολύ συναυλιακά. Οι παραγωγοί έχουν πρόσβαση σε συσσωρευμένο κεφάλαιο και χορηγούς που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στη χώρα μας. Γι’ αυτό, από τις 100 ξένες συναυλίες τους θα έρθουν μόνο οι 10 στη Θεσσαλονίκη. Και φυσικά, άλλαξαν και τα γούστα του κόσμου, με την άνοδο του λαϊκού ποπ και της rap και trap».
Υπό αυτές τις συνθήκες, δεύτερος Μύλος δύσκολα θα ξαναϋπάρξει, πιστεύει ο Σάββας, αν και ευελπιστεί να γεννηθεί ένας νέος πολιτιστικός χώρος, προσαρμοσμένος στα σημερινά δεδομένα. «Για να ανέβει συναυλιακά η πόλη, χρειάζεται οικονομίες κλίμακος. Αυτό το είχε ο Μύλος, γιατί είχε πολλές σκηνές μαζεμένες. Ένας νέος πολυχώρος ίσως βοηθήσει τα πράγματα».