Ο αδερφός, καιρόφιλος, με το που σκάει νιφάδα παίρνει τους δρόμους, μετράει με χάρακα το χιόνι και φωτογραφίζει. Και σήμερα, 16 Δεκεμβρίου 2001, επέτειος του θρυλικού χιονιά του 1988, τι καλά, τι καλά, χιόνι πέφτει από ψηλά.
Ο Δημήτρης καταφτάνει ενθουσιασμένος στο σπίτι μου. Επίσκεψη. Του φτιάχνω τσάι, κερνάω μπισκότα, καθόμαστε στον καναπέ και θαυμάζουμε το λευκό τοπίο στο μπαλκόνι και στους κίονες του απέναντι κτιρίου. Ανεβαίνουμε στην ταράτσα, διευρύνεται το πεδίο. Η νύχτα είναι πουά κι εμείς δυο πιτσιρίκια που τη χαζεύουμε. Μετά φεύγει να φωτογραφίσει την Εγνατία, το γοβάκι του Καρύδα και τη στολισμένη πόλη.
Αυτή κι αν είναι υποδοχή των γιορτών. Χιόνι, δικό μου σπίτι και όνειρα. Ε, ρε, τι έχει να γίνει…
«Αυτή κι αν είναι υποδοχή των γιορτών. Χιόνι, δικό μου σπίτι και όνειρα.»
Δεν έγινε τίποτα. Το χιόνι έλιωσε μετά από λίγο. Αρνήθηκα δώρα, κάλαντα, πάρτι και τραπέζια. Ακόμα και θυροτηλέφωνα. Μια χριστουγεννιάτικη αυτοεξορία. Οι πρώτες μου ανεξάρτητες γιορτές με βρήκαν με πάπλωμα στον καναπέ. Άκουγα Τρίτο Πρόγραμμα, διάβαζα, έγραφα, κοιμόμουν, ξυπνούσα, μάθαινα απ’ έξω αγαπημένα κείμενα και τα έλεγα δυνατά στους νέους μου τοίχους. Έξω η πόλη γλεντούσε, άλλαζε τον χρόνο, τα φωτάκια γύρω αναβόσβηναν κι εγώ επιτέλους είχα χώρο για να απέχω. Διεκδίκησα το δικαίωμα ενός εορταστικού τίποτα.
Η μάνα επέμενε, έφερε με το ζόρι γκι και ου και κλαδιά έλατου, ώσπου ένα αγκάθι καρφώθηκε στον αντίχειρα, μολύνθηκε, έγινε τούμπανο κάποιου μικρού σαδιστή τυμπανιστή.
Ήταν ακόμα ένα σημάδι ότι ούτε εγώ ήθελα τις γιορτές, ούτε εκείνες εμένα. Αντέξαμε και οι δύο. Όπως άντεξε κι αυτή η εχέμυθη φωτογραφία: «Τι καλά, τι καλά χιόνι πέφτει από ψηλά», τραγουδάει. Κι η μαρτυριάρα μνήμη συμπληρώνει τα κενά…
Ταξιδεύοντας νοερά στο μακρινό 1975, θυμάμαι πως μια μέρα, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ο πατέρας μου έφερε μια σακούλα με δίσκους στο σπίτι, περνώντας πριν από το δισκάδικο του Αλμπάντη στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μέσα από την οποία ξεπρόβαλε ο διπλός δίσκος «50 χρόνια ρεμπέτικο τραγούδι» με τον Γιώργο Νταλάρα, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Ήμουν τότε τεσσεράμισι χρονών. Ακούγοντας νυχθημερόν τους δυο δίσκους, θυμάμαι πως τα δυο πρώτα, δικά μου… σουξέ, ήταν το «Ήρθ’ ο χειμώνας» και το «Τι σου λέει η μάνα σου για μένα», που… αντικατέστησε τα παραδοσιακά κάλαντα των Χριστουγέννων του 1975, στο σπίτι μιας θείας μου, που με πήγε ο πατέρας μου για να «τα πω».
– Να τα πούμε;
– Πείτε τα!
– Τι σου λέει η μάνα σου για μένα κι όλο με κοιτάς με μάτια δακρυσμένα…
Λίγα χρόνια μετά, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1980, πήγαμε με τη μικρότερη αδελφή μου να ψάλλουμε τα κάλαντα σε φίλους και γνωστούς. (Εκείνη την εποχή, ακόμη και τα μικρά παιδιά πήγαιναν ασυνόδευτα να πουν τα κάλαντα.) Ολοκληρώνοντας, λίγο πριν το απόγευμα, κι έχοντας βγάλει αρκετά χρήματα για την εποχή, σκέφτηκα να πάρουμε κι εμείς ένα δώρο για τους γονείς μας. (Είχα καταλάβει πλέον πως ο Άη Βασίλης δεν ήταν άλλος από τον πατέρα μου.) Μπήκαμε λοιπόν στο δισκάδικο του Σωτήρη, στο Καραμπουρνάκι, κι αγοράσαμε –από τις προσφορές– έναν δίσκο του Μίκη με τη Φαραντούρη και τον Καλογιάννη, σε ηχογραφήσεις που πραγματοποιήθηκαν στα χρόνια της δικτατορίας στο εξωτερικό. (Ήταν ένας δίσκος με πορτοκαλί εξώφυλλο, από αυτούς που εξέδιδε στα χρόνια του ’70, η εταιρεία «Delta» του Δημοσθένη Βεργή.) Οι γονείς μας δέχθηκαν με μεγάλη έκπληξη και χαρά το δώρο μας κι από τότε καθιερώσαμε το έθιμο της ανταλλαγής δώρων, που διατηρείται μέχρι σήμερα…
«Μου ζήτησαν, κυρίως λόγω ανατομίας και… βαρύτητας, να ντυθώ Άη Βασίλης»
Η τελευταία μου μνήμη είναι λίγο πιο πρόσφατη. Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2017 και από τη διοίκηση της Ακαδημίας Ποδοσφαίρου του γιου μου μου ζήτησαν, κυρίως λόγω ανατομίας και… βαρύτητας, να ντυθώ Άη Βασίλης και να προσφέρω τα δώρα στα παιδιά της ομάδας, ηλικίας, εκείνη την εποχή, 5 με 8 ετών. Δεν είχα κανένα λόγο να αρνηθώ, φόρεσα τη γενειάδα και τη στολή που μου έδωσαν, έβαλα και τον σάκο με τα δώρα στην πλάτη και μπήκα στο γήπεδο, όπου ήταν μαζεμένα τα παιδιά, για να τους δώσω τα δώρα. Πατώντας λοιπόν το πόδι μου στη λευκή γραμμή της μικρής περιοχής, ακούω τον γιο μου να βροντοφωνάζει στους φίλους του:
«Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ!!! ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ!!!»
Καλά Χριστούγεννα και καλή Πρωτοχρονιά σε όλες και όλους…
Λυπάμαι
δεν έχουν τίποτε χριστουγεννιάτικο ετούτα τα Χριστούγεννα, όσο κι αν προσπαθούμε να τα προσομοιώσουμε με αυτά που ξέραμε, που μάθαμε, που αγαπήσαμε.
Όσα τραγούδια κι αν στείλω για ευχές σε φίλους, όσα inbox με ανησυχίες κι αν μοιραστώ, όση αγάπη ανεκδήλωτη κι αν νιώθω πως κυκλοφορεί υπόγεια κάτω από φωτισμένες πλατείες, δρόμους και μπαλκόνια
κι όση ανάγκη για χαρά να βλέπω στα μάτια των ανθρώπων που περιμένουν στην ουρά έξω από τα ζαχαροπλαστεία και τα σκυλάδικα
ετούτα τα Χριστούγεννα δεν έχουν τίποτε απ’ τα Χριστούγεννα
που ξέρω, δεν έχουν σφιχτές αγκαλιές, δεν έχουνε φιλιά καταμεσής του δρόμου, δεν έχουν…
«Ετούτα τα Χριστούγεννα δεν έχουν τίποτε απ’ τα Χριστούγεννα που ξέρω…»
Έχουν μια αφόρητη αμηχανία διαχείρισης της μοναξιάς του καθενός, έχουν μια επίγευση πένθους, μνήμες από φίλους που έφυγαν χωρίς ένα αντίο…
Μια αδέξια προσπάθεια έρωτος –μα είναι τόσο αργά πια για να συμβεί– μια τόσο εσωτερική απελπισία που ακινητοποιεί τη σκέψη.
Και δεν είναι ότι δεν μοιάζουν με Χριστούγεννα οι μέρες, είναι πως μέσα μας – ό,τι κι αν λέμε φωναχτά – με τίποτε δεν θα μοιάζει πια η ζωή μας από δω και πέρα.
Είναι που η αθωότητά μας έχει εξανεμιστεί, και δεν αντέχουμε εύκολα να εξαγνιστούμε ως άνθρωποι, μας έχουν πείσει πως είναι ντεμοντέ η Ανθρωπιά.
Προφανώς μόνο εγώ βλέπω τους άστεγους να αυξάνονται, τα μάτια τα πελώρια προσφύγων που αναζητούν ένα ίχνος Ελπίδας
που κάνουν τα λαμπιόνια ακόμη πιο οξύμωρα
κι έχω κι ένα σφίξιμο στο στήθος για μια ολόκληρη αόρατη γενιά των 20άρηδων που αναζητά να ζήσει το όνειρο, μια προοπτική, μα πού να τη βρει στις λάσπες που τους πετάξαμε, αφήνοντάς τους με τα μεταπτυχιακά να βρουν ένα έσχατο νόημα ζωής ανάμεσα σε κινητά, σαπουνόπερες και μάταιες εξαρτήσεις.
Γι’ αυτό εύχομαι μόνο να έχουμε αποθέματα αντοχής,
που και που λίγο χώρο για τον πόνο και την ανάγκη του διπλανού μας
για όσο, για τόσο…
αυτό.
Το χιόνι εκείνο τον Δεκέμβρη του 1990 έπεφτε σποραδικά, σαν να φοβόταν να ταράξει την ηρεμία της πόλης. Στη Νέα Παραλία, τα φώτα της χριστουγεννιάτικης γιορτής λαμπύριζαν σαν μικρές υποσχέσεις. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, μια γλυκιά μελαγχολία απλωνόταν μέσα μου, σαν μυστικό που περνούσε από γενιά σε γενιά. Τα τσουρέκια της γιαγιάς, οι πίτες της μαμάς, τα λαϊκά τραγούδια στο ραδιοκασετόφωνο από το αυτοκίνητο του θείου μας που αυτές τις μέρες είχαν ανεβαστικό ρυθμό, τα δώρα από ανθρώπους που ξέρουν πραγματικά τι σημαίνει να σε νοιάζονται. Κι εκείνες οι λίγες, σπάνιες φορές που το χιόνι σκέπαζε τη Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρη μήνα, κι εγώ πίστευα πως ο Άγιος Βασίλης έδινε μάχη για να φτάσει στο σπίτι μας.
Όμως ο πυρήνας των γιορτών μας ήταν πάντα ένας: ο μπαμπάς μου με το ακορντεόν του να παίζει τα κάλαντα. Το πρωί της Παραμονής –Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς– καθόταν στο γραφείο του, άνοιγε την ατζέντα με τη λίστα των ονομάτων, σήκωνε το ακουστικό, γύριζε χαρακτηριστικά γρήγορα το καντράν και άρχιζε τα τηλεφωνικά κάλαντα. Και εμείς πάντα μαζί του ως χορωδία.
«Ο πυρήνας των γιορτών μας ήταν πάντα ένας: ο μπαμπάς μου με το ακορντεόν του να παίζει τα κάλαντα».
Είχε επινοήσει αυτόν τον τρυφερό τρόπο για να συνδέει τη γιορταστική διάθεση των ημερών με τους φίλους και τους συγγενείς, τους αγαπημένους του. Άνθρωποι άλλοτε διάσημοι και άλλοτε της κοντινής μας καθημερινότητας: από τον Μάνο Χατζιδάκι και τη Μελίνα Μερκούρη μέχρι τη Μαρία Φαραντούρη, τον Παντελή Βούλγαρη, τον Λάκη Παπαστάθη, τον Γιάννη Ξανθούλη και τον Διονύση Σαββόπουλο, άνθρωποι κυρίως από τον χώρο των τεχνών που τους αγαπούσε και είχε συνδεθεί φιλικά μαζί τους. Αλλά και άνθρωποι γνώριμοι, αγαπημένοι από την καθημερινή επαφή μαζί τους, που τους ξέραμε με το μικρό τους όνομα (ο Οδυσσέας, ο Γιώργος, ο Δημήτρης, ο Αντώνης, η Αγγελική, η Χριστίνα), αλλά πάντα προσθέταμε μια προσφώνηση μπροστά (ο κύριος και η κυρία, ο θείος και η θεία): όλοι σήκωναν το τηλέφωνο και περίμεναν –σαν να ήταν παράδοση– τον γνώριμο σκοπό, τις ευχές και τα χρόνια πολλά. Αν τα χρόνια βαραίνουν πλέον και η λίστα του μπαμπά μικραίνει, γιατί κάποιοι από αυτούς τους φίλους έχουν φύγει, κάτι που του δημιουργεί μελαγχολία για το πέρασμα του χρόνου, παρ’ όλα αυτά το πείσμα του παραμένει ίδιο, σαν φλόγα που δεν σβήνει, και κάθε χρόνο συνεχίζει να λέει τα τηλεφωνικά του κάλαντα με την ίδια αγάπη και τον ίδιο ρυθμό.
Κάποτε, αυτό το τελετουργικό ενώθηκε με τα δικά μας παιδικά κάλαντα. Θυμάμαι ένα βράδυ, προπαραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο μπαμπάς ζήτησε να ντυθούμε καλά και να πάρουμε τα τριγωνάκια μας. «Έχουμε μια ειδική αποστολή απόψε», είπε και ζαλώθηκε το ακορντεόν του. Με τον φίλο του, τον Δημήτρη, που ήρθε και μας πήρε με το αυτοκίνητο, μας οδήγησε σε σπίτια φίλων και συγγενών. Είχε καταστρώσει το σχέδιό του. Χτυπούσαμε τις πόρτες, μέσα στην αχάραγη σιωπή της νύχτας. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν τρομαγμένοι –άραγε τι να συμβαίνει;– αλλά μόλις ακούγονταν οι πρώτες νότες, χαμογελούσαν: «Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά…». Αυτό το οδοιπορικό κράτησε όλο το βράδυ, ώσπου ξημέρωσε.
Γυρίσαμε στο σπίτι κατάκοποι κι εμείς κρατούσαμε στην τσέπη μας έναν απρόσμενο μποναμά. Σήμερα δεν θυμάμαι τι αγοράσαμε με εκείνα τα χρήματα. Θυμάμαι μόνο ακόμα τα ανοιχτά βλέμματα και τη χαρά όλων των ανθρώπων που άκουγαν τα κάλαντά μας. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα των γιορτών: να βρίσκεις τρόπους, μικρούς και αλλιώτικους, να χαρίζεις χαμόγελα.
Καλή χρονιά σε όλους!
Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 1994 προβλήθηκε από την ΕΡΤ2 ένα ξεχωριστό, εορταστικό πρόγραμμα με τίτλο «Κάθε τραγούδι κι ένας σταθμός» και παρουσιάστρια την Τάνια Τσανακλίδου. Ανάμεσα στους καλεσμένους καλλιτέχνες που θυμήθηκαν κι αφηγήθηκαν ιστορίες από τις δικές τους Πρωτοχρονιές, ήταν και ο Σταύρος Κουγιουμτζής, που «ταξίδεψε» νοερά στο 1950 και σε μια βραδιά που αναγκάστηκε, για το μεροκάματο, από πιανίστας να γίνει… ντράμερ, με απογοητευτικά αποτελέσματα.
«Μια Πρωτοχρονιά λοιπόν, και συγκεκριμένα τρεις μέρες πριν από την Πρωτοχρονιά, πήγα στο καφενείο των μουσικών και κάθισα εκεί, περιμένοντας μήπως βρω κανένα “εξτρά”».
«Θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό, μια σύντομη πρωτοχρονιάτικη ιστορία, που μου συνέβη γύρω στο 1950. Ήταν μια εποχή, τότε, δύσκολη οικονομικά, για μένα τουλάχιστον και για πολλούς άλλους βέβαια, και τότε ξεκίνησα να ασκώ το επάγγελμα του πιανίστα σε νυχτερινά κέντρα. Ήμουνα στις αρχές και δεν έβρισκα εύκολα δουλειά. Μια Πρωτοχρονιά λοιπόν, και συγκεκριμένα τρεις μέρες πριν από την Πρωτοχρονιά, πήγα στο καφενείο των μουσικών και κάθισα εκεί, περιμένοντας μήπως βρω κανένα “εξτρά”. Για μια στιγμή ήρθε και κάποιος φίλος μου μουσικός και κάθισε κι αυτός δίπλα μου. Πίναμε καφέ και μου λέει: “Τι γίνεται, Σταύρο, πώς πάει; Βρήκες τίποτα;” Του λέω: “Τίποτα”. Χαμογελάει αυτός και μου λέει: “Μη στεναχωριέσαι, έχω κάτι εγώ. Θα πάμε κάπου μαζί”. Επειδή όμως ήταν κι αυτός πιανίστας, μου έκανε εντύπωση.
– “Ρε Χρήστο, τι θα πάμε μαζί; Ποιος θα παίξει πιάνο;”
– “Εγώ, θα παίξω πιάνο”.
– “Καλά, εσύ θα παίξεις πιάνο, εγώ τι θα κάνω;”
– “Θα σου πω”.
– “Ε, πες μου. Περιμένω να μου πεις”.
“Θα παίξεις ντραμς!”
– “Τρελός είσαι;”
– “Όχι, σοβαρά μιλάω”.
– “Μα τι ντραμς θα παίξω;”
“Κοίταξε, δεν έχουμε ντράμερ και θα παίξεις εσύ”.
– “Μα εγώ δεν έχω πιάσει ποτέ ντραμς στα χέρια μου. Ούτε τις μπαγκέτες, τίποτα. Δεν ξέρω απ’ αυτά, πώς θα παίξω;”
– “Έλα μωρέ, πιανίστας είσαι, ξέρεις τους ρυθμούς· θα παίξεις, θα τα βγάλεις πέρα”.
– “Δεν γίνεται, ρε Χρήστο, αυτό το πράγμα”. Κι άρχισα να το σκέφτομαι.
“Σκέψου το λιγάκι…” μου λέει.
Και σκέφτηκα: άμα θα πάω, θα έχουμε την Πρωτοχρονιά στο σπίτι κρέας, θα ’χουμε τη Βασιλόπιτα, θα περισσέψει και κάτι για κανένα σινεμά με το κορίτσι, για καμιά γκαζόζα και μπατιρόσπορα. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος και στο τέλος, με βαριά καρδιά βέβαια, του λέω: “Εντάξει, Χρήστο, θα ’ρθω”. Και μου έδωσε και μια προκαταβολή. Χαρούμενος εγώ, πήγα στο σπίτι, στη μάνα μου, και της έδωσα χρήματα να ψωνίσει για την Πρωτοχρονιά.
Την Πρωτοχρονιά ήμασταν στο μαγαζί. Στήσαμε όπως, όπως τα ντραμς· εκείνη την εποχή παίζανε κυρίως ταγκό και βαλς. Ήταν εύκολοι ρυθμοί, σχετικά. Εγώ είπα ότι θα τα καταφέρω. Αφού ξέρω τους ρυθμούς, θα μπορέσω να παίξω.
Αρχίσαμε να παίζουμε τα πρώτα κομμάτια. Με το πόδι, όσοι ξέρετε, χτυπάμε τη μπότα, στην γκραν κάσα. Μετά όμως από κανένα τέταρτο, χτυπώντας εγώ τον ρυθμό, νιώθω το πόδι μου ν’ αρχίσει να μουδιάζει, να “ξεραίνεται” και να με πονάει. Γιατί βέβαια, δεν είχα παίξει ποτέ, δεν μπορεί κανείς να παίξει ξαφνικά, να κάνει, για δυο ώρες, μια άσκηση που δεν την είχε κάνει ποτέ. Άρχισε να με περιλούζει κρύος ιδρώτας. Τι να κάνω; Αναγκάστηκα λοιπόν κι έσκυψα, πήρα με το χέρι μου τη μπότα κι άρχισα να χτυπάω την κάσα και με το άλλο χέρι το πιατίνι. Βέβαια, αυτό ήταν ένα μαρτύριο. Αλλά, τελικά βγήκε η βραδιά, όπως όπως. Τι βγήκε δηλαδή; Χάλια ήταν από μένα, διότι, όπως σας είπα, δεν είχα καμιά σχέση με τα ντραμς. Απλώς ήταν το οικονομικό που με ανάγκασε.
Όταν τελείωσε η δουλειά, πήγε ο φίλος μου, πληρώθηκε και μου είπε ότι ο μαγαζάτορας είπε να πάμε και την άλλη Κυριακή: “Είμαστε πολύ καλοί”, αλλά να αλλάξουμε τον ντράμερ. Εγώ φυσικά κατάλαβα τι ακριβώς συνέβαινε και, για μια στιγμή που είδα τον μαγαζάτορα, του λέω για πλάκα: “Καλά, δεν σου άρεσα;” Αυτός ήταν και κεκές. Και μου είπε: “Καλός είσαι, αλλά δεν κάνεις κόλπα”. Τα κόλπα ήταν ότι συνηθίζανε τότε οι ντράμερς και πετούσανε τις μπαγκέτες, όπως οι ακροβάτες. Κι αυτό ήταν κάτι που το προτιμούσανε. Φυσικά δεν ξαναπήγα κι έτσι τελείωσε μία Πρωτοχρονιάτικη βραδιά, που έγινα για μια μέρα ντράμερ της κακιάς ώρας…»